Το "Π" κυκλοφορεί εκάκτως την Τετάρτη, 6 Απριλίου, λόγω της απεργίας στα ΜΜΕ.

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 26-01-12)

0 ΣΧΟΛΙΑ


Η νύχτα θέλει όπερα

thumb

Της Κατερίνας Αγγελιδάκη

Ο «Φάουστ» ήρθε στην Αθήνα. Για να μας ζεστάνει τις κρύες και μελαγχολικές νύχτες με την εξαίσια μουσική του Σαρλ Γκουνό, σε μια παράσταση που δεν έχει να ζηλέψει πολλά από αντίστοιχες του εξωτερικού. Το «Ποντίκι art» βρέθηκε στην πρεμιέρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Μέγαρο Μουσικής.

Στο φουαγιέ: Το κρύο έχει τις στυλιστικές απαιτήσεις του. Γούνες, πασμίνες, καπέλα, μπερέδες (σε όλες τις παραλλαγές) στην είσοδο του Μεγάρου Μουσικής. Παρασκευή 20 Ιανουαρίου, πρεμιέρα της όπερας «Φάουστ» του Γκουνό. Ο κόσμος πολύς. Οι νέοι ακόμα περισσότεροι. Το παραδοσιακό κοινό του Μεγάρου ξεχωρίζει αμέσως. Καλοραμμένα υφάσματα και μάτι που ψάχνει τριγύρω γνωστούς. Μια κυρία με μαύρο λουλούδι στο κεφάλι δεν ψάχνει κανέναν. Ούτε ανήκει σε κάποιο κοινό. Δημιουργεί το δικό της. Η αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» ούτε φούρνος ούτε ψυγείο. Ψυχρά μεγαλοπρεπής και κατάμεστη. Μπροστά μου η Λένα Αρώνη της ΕΡΤ με ξανθές, «ήσυχες» μπούκλες. Τον Αλογοσκούφη δεν τον είδα. Μου ’παν στο διάλειμμα ότι κατέφτασε ένα λεπτό πριν ανοίξει η αυλαία και χάθηκε στο πλήθος. Η παράσταση αρχίζει ακριβώς στις οκτώ. «Αριστοκρατική» δημοκρατία. Η διάσημη «ουβερτούρα» ανοίγει με τις πρώτες νότες. Ώρα να σοβαρευτούμε.

Ο Γκαίτε και η όπερα: Όσοι νομίζουν ότι η όπερα «Φάουστ» έχει βαθιά νοήματα, ας το πάρουν απόφαση. Καμία σχέση. Είναι πασίγνωστο (όχι ότι το ’ξερα) πως ο «Φάουστ» του Σαρλ Γκουνό – grande όπερα σε πέντε πράξεις με μπαλέτο – δεν έχει καμία σχέση με το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Φτιάχτηκε για να αρέσει στο ευρύ κοινό της εποχής (Παρίσι, 1869) και το πέτυχε. Ας μην ξεχνάμε ότι η όπερα ήταν είδος κατ’ εξοχήν λαϊκό. Από τον Γκαίτε αντλήθηκε υλικό από το Α’ Μέρος του «Φάουστ». Κυρίως, όμως, χρησιμοποιήθηκε το έργο «Φάουστ και Μαργαρίτα» του Μισέλ Καρρέ. Το λιμπρέτο των Ζυλ Μπαρμπιέ και Μισέλ Καρρέ αφαίρεσε από το κείμενο το φιλοσοφικό επίπεδο σκέψης του Γκαίτε και πρόσθεσε μπόλικο γαλλικό συναισθηματισμό των μέσων του 19ου αιώνα. Δηλαδή μετέτρεψε το κλασικό έργο σε μια ιστορία ιδιωτικών συναισθημάτων, στο πλαίσιο του αστικού δράματος. Κι αυτό οι Γερμανοί ποτέ δεν το «χώνεψαν» (με πρώτο και καλύτερο τον Βάγκνερ που περιφρονούσε το έργο) παρά την τεράστια απήχηση που είχε στις μάζες. Εδώ που τα λέμε, κάπως σου «κάθεται» να ακούς τον Φάουστ και τη Μαργαρίτα, εμβληματικούς Γερμανούς ήρωες, να ερωτοτροπούν σε άπταιστα γαλλικά. Το λιμπρέτο απαρχαιωμένο, στερεοτυπικό και αφόρητα ηθικοπλαστικό σήμερα, δεν μπορώ να πω ότι ήταν το καλύτερό μου. Η μουσική όμως…

Μουσική πανδαισία: Ομολογώ ότι δεν είμαι ειδική στην κλασική μουσική. Αλλά εδώ δεν μου χρειάστηκαν πολλές γνώσεις. Είναι τέτοια η δύναμη της μουσικής, που οι νότες λες και στάζουν μες στην ψυχή σου βαθιά ικανοποίηση και – κάποιες στιγμές – ακόμα και συγκίνηση. Όχι από τα πάθη των ηρώων, αλλά από την ικανότητα της μουσικής να περιγράψει αυτά τα πάθη πολύ καλύτερα απ’ τα λόγια. Η μουσική ιδιοφυΐα του Γκουνό αποδίδει κάθε στιγμή και σε όλο τους το βάθος τις διαθέσεις των ηρώων. Η ενορχήστρωση της όπερας θεωρείται τέλεια, ενώ το κουαρτέτο της Γ’ Πράξης έχει περιγραφεί από τον Μπερλιόζ ως «μουσικό φεγγαρόφωτο». Ο εκμαυλισμός της Μαργαρίτας, η ερωτική έκσταση του Φάουστ, οι θανάσιμες πλεκτάνες του Μεφιστοφελή αποδόθηκαν εξαιρετικά από την ορχήστρα της Λυρικής Σκηνής, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου και διευθυντή της ΕΛΣ Μύρωνα Μιχαηλίδη, που καταχειροκροτήθηκε από το ενθουσιώδες ακροατήριο, μαζί με τη χορωδία. Ο κ. Μιχαηλίδης κέρδισε ένα δύσκολο στοίχημα, στην πρώτη του μουσική εμφάνιση αφότου ανέλαβε το τιμόνι του λυρικού μας θεάτρου. Ο Αμερικανός τενόρος Έρικ Κάτλερ κράτησε τον ρόλο του Φάουστ, ο Γεωργιανός βαθύφωνος Παάτα Μπουρτσουλάντζε τον ρόλο του Μεφίστο, όμως η αποκάλυψη για μένα – και για πολλούς ακόμα – ήταν η Μαργαρίτα της Αλεξίας Βουλγαρίδου, μιας Ελληνίδας υψιφώνου με σημαντικές εμφανίσεις στα μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου.

Μίνιμαλ σκηνοθεσία: Όλα τα επιτεύγματα, τις τέχνες και τις επιστήμες του δυτικού πολιτισμού «χώρεσαν» οι μαυροπίνακες του ταλαντούχου Αλεσάντρο Κάμερα, σε ένα ευφάνταστο γραφιστικό σκηνικό. Η σκηνοθεσία του διευθυντή του μπαλέτου της ΕΛΣ Ρενάτο Τζανέλλα, μινιμαλιστική, αλλά όχι «φτωχή», τοποθετεί τη δράση σε μια άδεια αίθουσα διδασκαλίας, όπου ο Φάουστ, γέρος και απογοητευμένος, υπογράφει το μοιραίο συμβόλαιο με τον Μεφίστο ξανακερδίζοντας τη νιότη του και χάνοντας την ψυχή του. Μόνη ένστασή μου το πολύ αλουμίνιο. Προσωπικώς θα το ήθελα λιγότερο σε έναν «Φάουστ».

«Βαλπούργια νύχτα» Τίποτα δεν είχε να ζηλέψει το μπαλέτο της ΕΛΣ από μεγάλα μπαλέτα ξένων κρατικών σκηνών. Απόδειξη, η αναπαράσταση της οργιαστικής «Βαλπούργιας νύχτας». Το κοινό – κι εγώ μαζί – ξεχώρισε τον Φαύνο του Λευκορώσου χορευτή Ιγκόρ Σιάτζκο, ο οποίος είναι πολύτιμο απόκτημα του μπαλέτου της ΕΛΣ.

Στην έξοδο: Τα πρόσωπα, χωμένα στους γιακάδες, έχουν γλυκάνει με τη μουσική. Το προσωπικό της ΕΛΣ, κουρασμένο, χαμογελάει μέχρι τα αυτιά. Έξω κρύο και ναυλωμένα ταξί. Όλοι μου φαίνονται, αίφνης, ευγενέστεροι. Η μουσική εξημερώνει τα ήθη.

 

 




ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ