Η σελίδα του λοξού
♦ Προεόρτια γεννήσεως.
♦ Ενώ οι παραδόσεις μεταμφιεσμένες σαρκάζουν στους παροντικούς χρόνους την παλαιότροπη, ανέμελη, χαρμόσυνη εκδήλωση του ημεροδείκτη.
♦ Στον Δεκέμβριο του επιμυθίου επιγράφεται ο φόβος του κρύου που περονιάζει τα σώματα αφήνοντας τα συναισθήματα, υπόλοιπα ασήμαντης ουσίας, ανυπεράσπιστα θύματα στις ορέξεις των ενστίκτων.
♦ Παγωμένα λαμπιόνια, τοιχοκολλημένες αναφορές, ευχολόγια της αντίφασης, μαγεμένοι αυλοί, ήχοι αναμνηστικοί στο κάδρο των ασφαλτοστρωμένων διαδρόμων με τις σκυμμένες ράχες και τα καταρρακωμένα πρόσωπα.
♦ Διάλειμμα στον χειμώνα, εκδίκηση της χαράς στα προμηνύματα της συνέχειας, σύνοψη των ονείρων, συμπύκνωση των παραμυθιών κάτω απ’ τα δέντρα με τις ολοστρόγγυλες κόκκινες μπάλες.
♦ Μικροπωλητές στην ορθοστασία του μόχθου, αυτοσχέδιες μυρουδιές ασπρόμαυρης εικόνας, χνότα να σπάνε στη βροχή και στις βιτρίνες στολισμένες επιθυμίες, κάνουν το όνειρο συννεφάκι χωρίς λόγια, στο μισοσκότεινο δωμάτιο δίπλα στο τζάκι.
♦ Περαστικοί στις γραμμές, στο περιθώριο της ευθείας, ταξιδιάρηδες στη στριμωγμένη λέξη που πνίγεται στο περιχαράκωμα, ενώ ανακατεύονται οι φθόγγοι και ξεπροβάλλουν οι προσευχές κι αντιφεγγίζει στις σταγόνες ολόκληρη η πρόταση της πρώτης αναπνοής.
♦ Προετοιμασία.
♦ Και η αναπόληση στολίζει το προσδοκώμενο με την απαραίτητη γλυκύτητα. Κιτρινισμένα φύλλα, ιδιόχειρα σημειώματα, λεπτομέρειες αναγκαίες, γράμματα των ευχών στις πανηγυρικές συγκεντρώσεις με τα πολύχρωμα φώτα.
♦ Στα ραδιόφωνα τραγούδια με νιφάδες, νύχτες, τρίγωνα και καμπαναριά, εκφορές διαχρονικές, αποτυπώματα χαμένων εννοιών, μηνύματα παρηκμασμένα στην εποχή της ψευδεπίγραφης ευτυχίας.
♦ Και ψίθυροι μελαγχολικοί κάτω απ’ τις στέγες. Απόγνωση στους μορφασμούς, κρεμασμένα ερωτήματα στα σφιγμένα χείλια. Ενώ στις μικρές οθόνες συνεχίζεται αναφανδόν η υποτίμηση της νοημοσύνης. Άνθρωποι πολυποίκιλης προελεύσεως κατακερματίζουν την εναπομείνασα υπομονή απαξιώνοντας με αυθάδεια το αυτονόητο. Και η συμπεριφορά, υπόθεση οικογενειακής ανατροφής, εμποδίζει την ύβρη να εκφωνήσει μονολεκτικώς την ιδιότητα που ορίζει επακριβώς τους απεσταλμένους του συστήματος.
♦ Και η σωτηρία πανικόβλητη εξέφρασε την αποστροφή της.
♦ Διάλειμμα στον χειμώνα. Οι δυσάρεστες σκέψεις έβαλαν τα γιορτινά τους και το χαμόγελο έβγαλε τα σωθικά του στα ξεραμένα χείλια. Μικροί με άτακτες φωνές δίνουν στο έθιμο τη χαμένη ζωντάνια του. Χορωδίες της καλής ημέρας χαιρετούν τους άρχοντες αφήνοντας στις μισάνοιχτες πόρτες λίγα στιχάκια απ’ τα καθιερωμένα λόγια.
♦ Και στο δώρο το αντίδωρο, πρόσφορο στους άμβωνες.
♦ Φωταγωγημένες μέρες. Πολύτροπη η διάθεση μαγεύεται απ’ το λεξιλόγιο των ημερών, αφήνεται στον παρορμητισμό της παιδικότητας και μεταμορφώνεται.
♦ Και εκείνες οι φράσεις οι κλειδωμένες με τα μικρομέγαλα γράμματα που πέφτουν απ’ τη γραμμή χωρίς κόμματα και τελείες και θέλουν τα όνειρά τους στα χέρια τους, δίπλα στο δέντρο, μαζί με τον τυμπανιστή, τους μάγους, δίνουν στην προσμονή τη μεγαλοπρέπεια που της αρμόζει.
♦ Στο διάλειμμα του χειμώνα!
Μυογράφημα
Παραμονή. Στο ξύλινο τραπέζι με τα δυο πόδια. Κι η γάτα να κουλουριάζεται ανάμεσα. Έξω ο αέρας το βιολί του. Τέσσερα βαθιά πιάτα. Ντοματόσουπα, μαλλιά τ’ αγγέλου, να ξεγελιέται η μέρα. Μια λάμπα καπνισμένη στο στένεμα. Η νύχτα βαριά. Βροχή και χιόνι. Μια μυγδαλιά να κτυπά τα κλαδιά της. Το τζάμι θολό.
Πέφτει ο ύπνος. Τα όνειρα απ’ τα παραμύθια. Πάντα είχαν το ίδιο τέλος.
Ανήμερα.
Χαράματα. Η φωνή ξύπναγε τα νυσταγμένα κεφάλια. Τρυφερή στην αρχή και μετά λίγο πιο δυνατή. Κλειστά μάτια, όρθια τα μικρά σώματα. Το όνειρο δεν είχε τελειώσει ακόμα. Χοντρό ντύσιμο, σκεπασμένοι μέχρι τον λαιμό. Η πόρτα στο χρώμα του κυπαρισσιού. Σκοτάδι πηχτό. Μόνο τα βήματα φανέρωναν τη ζωή.
Καλημέρα, ακούστηκε κι οι σκιές γίναν πολλές στον χωματόδρομο. Ανηφόρα. Μικρά σκαλοπάτια. Να φέγγει το λευκό στο ασπρισμένο ντουβάρι. Στην εκκλησιά η μέρα αποκαταστάθηκε. Τα κεριά ζωντάνεψαν απ’ την κρύα ανάσα.
Χρόνια πολλά, στο δι’ ευχών. Γυρισμός. Το φως χρωμάτιζε αχνά το πρωινό.
Στο τραπέζι οι μυρουδιές απ’ το τηγανισμένο λουκάνικο, τα τηγανητά αβγά έδιναν τη λεπτομέρεια στις αισθήσεις. Όλοι μαζί με την αγάπη να μπερδεύεται ανάμεσα.
Στο χωριό. Όταν το περιττό απουσίαζε και το στρογγυλό μαγκάλι έδιωχνε το παγωμένο απ’ τα μικρά δάχτυλα.
Χρόνια πολλά και ξεχύθηκαν κουτρουβαλιάζοντας στους άδειους δρόμους με τις νεραντζιές.
Πλουμίδια
Των ημερών επινοήματα στα
στολισμένα δέντρα.
Εορταστικός προσδιορισμός του
συνθέματος
Αναπαράσταση
Στιγμές φυλαγμένες στα μυστικά
της φωνής
Αναπόληση των διηγήσεων στο
σκοτεινό
Στις σκιές του λιγοστού
Όταν το φως αρπάζει τις λέξεις
απ’ το σκοτάδι
Τραγουδισμένο ευχολόγιο
Στη γεωμετρία των ήχων
Της ξεγνοιασιάς ονειροπόλημα
Δίπλα στα χνότα
Μαζί με το παραμύθι
loksos@gmail.com


ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ