Το "Π" κυκλοφορεί εκάκτως την Τετάρτη, 6 Απριλίου, λόγω της απεργίας στα ΜΜΕ.

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 22-12-11)

0 ΣΧΟΛΙΑ


Η σελίδα του λοξού

thumb

Προεόρτια γεννήσεως.

Ενώ οι παραδόσεις μεταμφιεσμένες σαρκάζουν στους παροντικούς χρόνους την παλαιότροπη, ανέμελη, χαρμόσυνη εκδήλωση του ημεροδείκτη.

Στον Δεκέμβριο του επιμυθίου επιγράφε­ται ο φόβος του κρύου που περονιάζει τα σώματα αφήνοντας τα συναισθήματα, υπό­λοιπα ασήμαντης ουσίας, ανυπεράσπιστα θύματα στις ορέξεις των ενστίκτων.

Παγωμένα λαμπιόνια, τοιχοκολλημένες αναφορές, ευχολόγια της αντίφασης, μαγε­μένοι αυλοί, ήχοι αναμνηστικοί στο κάδρο των ασφαλτοστρωμένων διαδρόμων με τις σκυμμένες ράχες και τα καταρρακωμένα πρόσωπα.

Διάλειμμα στον χειμώνα, εκδίκηση της χα­ράς στα προμηνύματα της συνέχειας, σύνο­ψη των ονείρων, συμπύκνωση των παραμυθι­ών κάτω απ’ τα δέντρα με τις ολοστρόγγυλες κόκκινες μπάλες.

Μικροπωλητές στην ορθοστασία του μό­χθου, αυτοσχέδιες μυρουδιές ασπρόμαυρης εικόνας, χνότα να σπάνε στη βροχή και στις βιτρίνες στολισμένες επιθυμίες, κάνουν το όνειρο συννεφάκι χωρίς λόγια, στο μισοσκό­τεινο δωμάτιο δίπλα στο τζάκι.

Περαστικοί στις γραμμές, στο περιθώριο της ευθείας, ταξιδιάρηδες στη στριμωγμένη λέξη που πνίγεται στο περιχαράκωμα, ενώ ανακατεύονται οι φθόγγοι και ξεπρο­βάλλουν οι προσευχές κι αντιφεγγίζει στις σταγόνες ολόκληρη η πρόταση της πρώτης αναπνοής.

Προετοιμασία.

Και η αναπόληση στολίζει το προσδοκώ­μενο με την απαραίτητη γλυκύτητα. Κιτρινισμένα φύλλα, ιδιόχειρα σημειώματα, λε­πτομέρειες αναγκαίες, γράμματα των ευχών στις πανηγυρικές συγκεντρώσεις με τα πολύ­χρωμα φώτα.

Στα ραδιόφωνα τραγούδια με νιφάδες, νύ­χτες, τρίγωνα και καμπαναριά, εκφορές δι­αχρονικές, αποτυπώματα χαμένων εννοιών, μηνύματα παρηκμασμένα στην εποχή της ψευδεπίγραφης ευτυχίας.

Και ψίθυροι μελαγχολικοί κάτω απ’ τις στέγες. Απόγνωση στους μορφασμούς, κρε­μασμένα ερωτήματα στα σφιγμένα χείλια. Ενώ στις μικρές οθόνες συνεχίζεται αναφαν­δόν η υποτίμηση της νοημοσύνης. Άνθρωποι πολυποίκιλης προελεύσεως κατακερματί­ζουν την εναπομείνασα υπομονή απαξιώνο­ντας με αυθάδεια το αυτονόητο. Και η συ­μπεριφορά, υπόθεση οικογενειακής ανατρο­φής, εμποδίζει την ύβρη να εκφωνήσει μονολεκτικώς την ιδιότητα που ορίζει επακρι­βώς τους απεσταλμένους του συστήματος.

Και η σωτηρία πανικόβλητη εξέφρασε την αποστροφή της.

Διάλειμμα στον χειμώνα. Οι δυσάρεστες σκέψεις έβαλαν τα γιορτινά τους και το χα­μόγελο έβγαλε τα σωθικά του στα ξεραμένα χείλια. Μικροί με άτακτες φωνές δίνουν στο έθιμο τη χαμένη ζωντάνια του. Χορωδίες της καλής ημέρας χαιρετούν τους άρχοντες αφή­νοντας στις μισάνοιχτες πόρτες λίγα στιχάκια απ’ τα καθιερωμένα λόγια.

Και στο δώρο το αντίδωρο, πρόσφορο στους άμβωνες.

Φωταγωγημένες μέρες. Πολύτροπη η δι­άθεση μαγεύεται απ’ το λεξιλόγιο των ημερών, αφήνεται στον παρορμητισμό της παιδι­κότητας και μεταμορφώνεται.

Και εκείνες οι φράσεις οι κλειδωμένες με τα μικρομέγαλα γράμματα που πέφτουν απ’ τη γραμμή χωρίς κόμματα και τελείες και θέλουν τα όνειρά τους στα χέρια τους, δίπλα στο δέντρο, μαζί με τον τυμπανιστή, τους μάγους, δίνουν στην προσμονή τη μεγαλο­πρέπεια που της αρμόζει.

Στο διάλειμμα του χειμώνα!

 

Μυογράφημα

 

Παραμονή. Στο ξύλινο τραπέζι με τα δυο πόδια. Κι η γάτα να κουλουριάζεται ανάμεσα. Έξω ο αέρας το βιολί του. Τέσσερα βαθιά πιάτα. Ντοματόσουπα, μαλλιά τ’ αγγέλου, να ξεγελιέται η μέρα. Μια λάμπα καπνισμένη στο στένεμα. Η νύχτα βαριά. Βροχή και χιόνι. Μια μυγδαλιά να κτυπά τα κλαδιά της. Το τζάμι θολό.

Πέφτει ο ύπνος. Τα όνειρα απ’ τα παραμύθια. Πάντα είχαν το ίδιο τέλος.

Ανήμερα.

Χαράματα. Η φωνή ξύπναγε τα νυσταγμένα κεφάλια. Τρυφερή στην αρχή και μετά λίγο πιο δυνατή. Κλειστά μάτια, όρθια τα μικρά σώματα. Το όνειρο δεν είχε τελειώσει ακόμα. Χοντρό ντύσιμο, σκεπασμένοι μέχρι τον λαιμό. Η πόρτα στο χρώμα του κυπαρισσιού. Σκοτάδι πηχτό. Μόνο τα βήματα φανέρωναν τη ζωή.

Καλημέρα, ακούστηκε κι οι σκιές γίναν πολλές στον χωματόδρομο. Ανηφόρα. Μικρά σκαλοπάτια. Να φέγγει το λευκό στο ασπρισμένο ντουβάρι. Στην εκκλησιά η μέρα αποκαταστάθηκε. Τα κεριά ζωντάνεψαν απ’ την κρύα ανάσα.

Χρόνια πολλά, στο δι’ ευχών. Γυρισμός. Το φως χρωμάτιζε αχνά το πρωινό.

Στο τραπέζι οι μυρουδιές απ’ το τηγανισμένο λουκάνικο, τα τηγανητά αβγά έδιναν τη λεπτομέρεια στις αισθήσεις. Όλοι μαζί με την αγάπη να μπερδεύεται ανάμεσα.

Στο χωριό. Όταν το περιττό απουσίαζε και το στρογγυλό μαγκάλι έδιωχνε το παγωμένο απ’ τα μικρά δάχτυλα.

Χρόνια πολλά και ξεχύθηκαν κουτρουβαλιάζοντας στους άδειους δρόμους με τις νεραντζιές.

 

Πλουμίδια

Των ημερών επινοήματα στα

στολισμένα δέντρα.

Εορταστικός προσδιορισμός του

συνθέματος

Αναπαράσταση

Στιγμές φυλαγμένες στα μυστικά

της φωνής

Αναπόληση των διηγήσεων στο

σκοτεινό

Στις σκιές του λιγοστού

Όταν το φως αρπάζει τις λέξεις

απ’ το σκοτάδι

Τραγουδισμένο ευχολόγιο

Στη γεωμετρία των ήχων

Της ξεγνοιασιάς ονειροπόλημα

Δίπλα στα χνότα

Μαζί με το παραμύθι

 

loksos@gmail.com




ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ