Επωνύμως

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: Υπάρχει μια βαθύτερη διάθεση καταστροφής, ένα μίσος γι’ αυτόν τον τόπο
Θα πάψει ο πολιτικός να κολακεύει τον πολίτη για να μαζεύει ψήφους; Θα πάψει αυτός και το κόμμα του να βολεύει τους ψηφοφόρους του; Θα πάψει ο υπάλληλος της πολεοδομίας, της νομαρχίας να παίρνει γρηγορόσημο;
Aς πιάσουμε την τελευταία δεκαετία, που όλοι τη ζήσαμε• αυτό το θλιβερό επιστέγασμα της μεταπολιτευτικής περιόδου, για να καταλάβουμε για ποια κρίση μιλάμε: Το 2004 ο Κώστας Καραμανλής βγήκε πρωθυπουργός, καθώς είχε ξεχειλίσει το ποτήρι της λαϊκής οργής εναντίον του ΠΑΣΟΚ, και πουλώντας καφενειακή μαγκιά, που αρέσει ιδιαίτερα στους Έλληνες, υποσχέθηκε ότι θα πατάξει τους νταβατζήδες. Ξαναβγήκε για δεύτερη φορά πρωθυπουργός, χωρίς να έχει κάνει απολύτως τίποτα, γιατί δεν είχε ακόμα κοπάσει ο θυμός του κόσμου εναντίον του ΠΑΣΟΚ, που τον συντηρούσε ο ίδιος μιλώντας σαν να είναι αντιπολίτευση και κάποια στιγμή, καταχρεωμένο το κράτος-μαγαζί, το έκλεισε. Για να το πάρει ο Γιώργος Παπανδρέου, λέγοντας πως θα το λειτουργήσει μέσα σε εκατό μέρες κι ότι, «χρήματα υπάρχουν». Oι αγορές όμως που μας δανείζουν, για δικούς τους προφανώς λόγους, ανέβασαν σε απαγορευτικό βαθμό τα επιτόκια κι αυτοί που κλήθηκαν από την κυβέρνηση να βοηθήσουν, οι προσυνεννοημένοι ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Τράπεζα κ.λπ., ως αντίτιμο της προστασίας τους απαιτήσανε να εφαρμοστούν άγρια μέτρα. Γι’ αυτήν την κρίση μιλάμε. Την οικονομική. Που έχει τις καταβολές της από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους και χονδρικά συνοψίζεται στο πώς αντιλαμβάνεται ο έλληνας πολιτικός και πολίτης τη συμμετοχή του σ’ αυτήν τη χώρα. Κι αν τώρα πάει να γίνει ένα λογιστικό μάζεμα και το ταμείο να έρθει σε μια σειρά, όπου βέβαια, με την ευκαιρία, το μεγάλο κεφάλαιο θα βγει ενισχυμένο άλλη μια φορά, ενώ μισθωτοί, χαμηλοσυνταξιούχοι, νέοι και άνεργοι θα γονατίσουν, άραγε θ’ αλλάξει μυαλά, θα αποκτήσει συνείδηση ενεργού πολίτη ο Έλληνας, ή θα βρεθούμε πάλι στα ίδια; Θα πάψει δηλαδή ο πολιτικός να κολακεύει τον πολίτη για να μαζεύει ψήφους; Θα πάψει αυτός και το κόμμα του να βολεύει τους ψηφοφόρους του; Θα πάψει ο υπάλληλος της πολεοδομίας, της νομαρχίας, να παίρνει γρηγορόσημο; Ο νομάρχης, ο δήμαρχος, οι πρόεδροι των ΔΕΚΟ και των οργανισμών να παίρνουν τη μίζα τους; Ο χειρουργός, ο ορθοπεδικός, ο καρδιολόγος το φακελάκι τους; Οι υπουργικοί σύμβουλοι, τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και οι συνδικαλιστές που συμμετέχουν σ’ αυτά, και πάει λέγοντας; Τεράστιος ο κατάλογος σε όλη την κλίμακα, από τα ψηλά ως τα χαμηλά, που δείχνει πόσο μολυσμένοι είμαστε σαν λαός. Με ευθύνες –κι ας μην είναι ισομοιρασμένες– και σ’ αυτόν που τα παίρνει και σ’ αυτόν που τα δίνει. Υπάρχει μια βαθύτερη διάθεση καταστροφής, ένα μίσος γι’ αυτόν τον τόπο. Έχει κάνει τους ανθρώπους, σαν κι αυτούς που ανέφερα παραπάνω και όχι μόνο, μπαχαλάκηδες, κι έτσι μεγαλώνουν και τα παιδιά τους. Αυτήν την καταστροφική μανία τη βλέπεις και στην καθημερινή συμπεριφορά των Ελλήνων: από τη σακούλα με τα σκουπίδια που εκσφενδονίζουν ακόμα κι απ’ το μπαλκόνι τους στο δρόμο, από τα σκουπίδια που εγκαταλείπουν σε παραλίες και βουνά, από τα τσιγάρα και τα σκουπίδια που πετάνε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου τους, από τα μπάζα που ρίχνουν σε ρεματιές, από τα αυθαίρετα που χτίζουν παντού, από την έλλειψη σεβασμού, ευγένειας και αλληλεγγύης για τον συνάνθρωπό τους. Παρκάρουν το αυτοκίνητό τους πάνω στις γωνίες και οι ανάπηροι και οι ηλικιωμένοι πρέπει να γίνουν ακροβάτες για να περάσουν. Τα μηχανάκια σταματούν πάνω στις ειδικές διαβάσεις. Κοιτάνε πώς θα σου πάρουν τη θέση στην ουρά, δεν τους περισσεύει ένα χαμόγελο, μια καλημέρα, ακόμα και στο ασανσέρ της πολυκατοικίας τους. Ξέρουν μόνο να χαχανίζουν, βλέποντας οικογενειακώς το dvd της κάθε Τζούλιας. Κι εδώ ο κατάλογος τεράστιος. Κι ύστερα τους ενοχλούν οι πράξεις των μπαχαλάκηδων, που τα σπάνε στις διαδηλώσεις. Οι βόμβες μολότοφ αυτών των τελευταίων δεν είναι τίποτα μπροστά στις βόμβες των «νομοταγών», που η αρπακτική και καταστροφική τους δράση δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο. Σίγουρα όμως υπάρχει και μία μειοψηφία που δεν έχει σχέση μ’ όλο αυτό το αλισβερίσι και την καταστροφή και σίγουρα αυτοί οι πολίτες δεν ανήκουν σ’ ένα μόνο κόμμα. Μία μειοψηφία που αγαπάει τον τόπο που ζει και κάνει τις προσπάθειες που μπορεί για το όμορφο και το καλό. Που είναι συνειδητοί πολίτες και ξέρουν ν’ αγαπούν το χώμα που πατάνε, τους ανθρώπους και τα ζώα με τα οποία συνυπάρχουν. Γι’ αυτές τις αξίες θα πρέπει να μιλάμε, και αν υπάρχει κι εδώ κρίση. Που πονάει πιο πολύ κι από την οικονομική. Και οι καλλιτέχνες; Μιλάμε για όλα αυτά μέσα από το έργο μας αλλά και με το δημόσιο λόγο μας; Ή κι εμείς αιφνιδιαστήκαμε από την πρόσφατη κρίση; Κι εδώ μειοψηφία οι υποψιασμένοι. Αλλά, πώς αλλιώς; Στην ίδια χώρα ζούμε, στον ίδιο λαό ανήκουμε. Και στο μικρόκοσμό μας τώρα, εμείς οι άνθρωποι του θεάτρου, για ποιο λόγο κάνουμε θέατρο; Σε τι παραστάσεις, σε τι έργα, σε ποιες συνθήκες, με ποιους ανθρώπους, σε ποια τηλεόραση συμμετέχουμε; Τι είναι καριέρα; Και για να μιλήσουμε για την οικονομική κρίση και πώς τη βιώνει ο κόσμος του θεάτρου, οι ηθοποιοί την ξέρουν μια ζωή, από τη μέρα που τελειώνουν τη δραματική σχολή. Το πιο συνηθισμένο επάγγελμα των νέων ηθοποιών, για χρόνια, μέχρι ν’ αποφασίσουν αν μπορούν να συνεχίσουν, είναι σερβιτόροι σε μπαρ. Κάθε χρόνο βγαίνουν από τις 30 σχολές κι άλλα τόσα εργαστήρια 700-800 ηθοποιοί! Έχουν μπερδευτεί τα όρια του επαγγελματικού με το ερασιτεχνικό θέατρο, αφού η θεατρική παιδεία είναι κάκιστη και κανείς δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό. Ούτε το Υπουργείο Πολιτισμού, ούτε το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Το οποίο σωματείο απαιτεί να είσαι μέλος και συνδρομητής του για να έχεις το δικαίωμα να παίζεις… Τώρα με την οικονομική κρίση θα μεγαλώσει κι άλλο η ανεργία των ηθοποιών, αφού τα θέατρα –αυτά που πληρώνουν τους ηθοποιούς– θα μειώσουν τις παραγωγές και τα πολυπρόσωπα έργα για να είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους. Όμως, για όλα αυτά δεν φταίει μόνο –όπως στη ζωή, ο άλλος– το κακό κράτος και ο καπιταλισμός. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Και στη δύσκολη αυτή καμπή, που πρέπει να πετάξουμε πολλά κι άλλα να τα περισώσουμε πάση θυσία από τη λαίλαπα, είναι ανάγκη να επανεξετάσουμε και την προσωπική μας στάση. Τον τρόπο που συμμετέχουμε στις σχέσεις μας, στη δουλειά μας, σ’ αυτή τη χώρα. Δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Αλλά δεν είναι και το πιο δύσκολο.
Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνοθέτης


ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ