Συν & Πλην

ΠΛΗΝ
– Στον Γιάννη Κακλέα (1) για τη μεταμοντέρνα σκηνοθεσία του στη «Λυσιστράτη»• ένας αχταρμάς με λίγο από όλα: μουσικές, μπαλέτα, παράλληλες δράσεις, καμπαρέ, drag show, ψηλοτάκουνα, τουαλέτες φτερά και πούπουλα, κι όλα να ρέπουν στο φτηνό και το χυδαίο. Ό,τι πρέπει για Δελφινάριο, δηλαδή. Ε, ρε και η υπογραφή να ήταν ξένου σκηνοθέτη... μαξιλάρια που θα είχαν πέσει στη σκηνή.
– Στον Γιάννη Κακλέα (2) για τον οποίο ο Αριστοφάνης και συγκεκριμένα η «Λυσιστράτη», του έπεσαν λίγοι. Γι’ αυτό θεώρησε ότι έπρεπε να της αλλάξει τα φώτα: παράλληλα με την ιστορία της ηρωίδας εξελίσσονταν μία άλλη, ενός σύγχρονου ζευγαριού, επί σκηνής. Γιατί; Άβυσσος η ψυχή του σκηνοθέτη. Και δεν έφτανε αυτό. Μετατόπισε τον πυρήνα του έργου, έβαλε χορευτικά ιντερμέδια, πρόσωπα, κι άλλα πρόσωπα, έχανε ο θεατής τους ρόλους, το έργο, τον μπούσουλα. Αλλά πώς να μην χάσει ο θεατής τον μπούσουλα, όταν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης τον είχε χάσει προ πολλού (επί της συγκεκριμένης σκηνοθεσίας);
– Και όμως στις ελληνικές συναυλίες ακόμα και τα δεδομένα γίνονται ζητούμενα. Ο καλός ήχος ας πούμε. Ο σωστός ήχος. Παίζεται αν θα μπορείς να ακούσεις καθαρά το συγκρότημα. Στο τελευταίο Ejekt Festival λόγου χάριν αν δεν έβλεπες ποιο συγκρότημα έπαιζε στη σκηνή, αποκλείεται να το καταλάβαινες από τα τραγούδια του. Μπουκωμένα ηχεία, δυνατά η μουσική, το live έπαυε να είναι ευχαρίστηση.
– Στον Δήμο Καλαμάτας που δεν φρόντισε να κάνει κάτι για τα σκουπίδια που κατέκλυσαν την πόλη στη διάρκεια της διοργάνωσης του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού. Η δυσωδία από τους κάδους ήταν τόσο έντονη που συχνά πρωταγωνιστού- σε στη διάρκεια των παραστάσεων σε ανοιχτούς χώρους, όπως για παράδειγμα στο Κάστρο. Απογοητευτική εικόνα και δυσάρεστες μυρωδιές σε μια πόλη που τις ίδιες μέρες που υποτίθεται πως προωθούσε τον πολιτισμό παγκόσμιου βεληνεκούς ανέδιδε μια αφόρητη… μπόχα.
– Ναι, το Blues Brothers υπήρξε κάποτε αστεία ταινία, έκανε τη σόουλ και τη rhythm and blues δημοφιλή σε μια καινούρια γενιά ακροατών και δημιούργησε τον μύθο της τόσο στο σινεμά όσο και στη μουσική. Μόνο που μερικές φορές ακόμη και οι μύθοι μοιάζουν υπερβολικά κουρασμένοι για να συντηρούνται και ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι να περιφέρονται σε καζίνο του Λας Βέγκας ή σε χώρες σαν την Ελλάδα που ενθουσιάζονται ακόμη με το θέαμα γερασμένων μουσικών οι οποίοι «τα δίνουν όλα» σε μουσικά «πάρτι» γεμάτα «κέφι». Ή θλίψη, ανάλογα με τον τρόπο που βλέπει κανείς τα πράγματα...
– Τι είναι χειρότερο; Ένα λαϊκίστικο κανάλι που ξέρεις ότι είναι τέτοιο, δεν κοροϊδεύει κανέναν και μπορείς να το αποφύγεις ή ένα «μεγάλο ενημερωτικό κανάλι» με Γιώργο Λιάγκα – Φαίη Σκορδά στο πρωινό του και Ευγενία Μανωλίδου το βράδυ σε αναζήτηση του βασιλιά της κατσαρόλας; Τα νέα προγράμματα που προτίθεται να ενσωματώσει το MEGA από Οκτώβριο αλλάζουν τη φυσιογνωμία του άρδην. Βεβαίως, θα επιχειρήσουν να μας τα περάσουν με καλαίσθητα τρέιλερ και με την επίφαση της κουλτούρας. Τη Σκορδά όμως, όπως και να τη μαγειρέψεις, Σκορδά παραμένει.
– Βλέπω τη Βαλάντω (η νικήτρια του Greek Idol, αν είστε τυχεροί και δεν τη γνωρίζετε) στις αλλεπάλληλες επαναλήψεις του talent show από τον ALPHA και σκέφτομαι εκείνο το παλιό του Κραουνάκη «Η Μαλάμω με καμάρι που μοσχοβολάει θυμάρι / μες στους δρόμους της Αθήνας έχει εννιά γι’ αυτήν ο μήνας». Πόσο θα ταίριαζε, με μία μικρή αλλαγή στο όνομα, στη συγκεκριμένη αλλά και σε όλες αυτές που πάνε ανυποψίαστες, τηλεξυπόλητες στα αγκάθια του τραγουδιού...
– Στην Σάικα Τεκάντ, η οποία, με αφορμή τον «Προμηθέα» παρουσίασε την τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου που εγκλωβίζεται στο μικρόκοσμό του, χάνοντας την ικανότητά του να συμμετέχει ενεργά στη ζωή, στο «How to forget in 10 steps [Anti-Prometheus]». Οι έξι Προμηθείς της «φορτωμένοι» με καρέκλες στην πλάτη στην αρχή, απελευθερώνονται στη συνέχεια για να ξαναδεσμευτούν και πάλι, αφού οι μικροί κι ασήμαντοι στόχοι της καθημερινότητας και οι ψεύτικες ανάγκες του κοινωνικού συστήματος δεν τους αφήνουν να «αναπνεύσουν». Ωραία η ιδέα, φορμαλιστική η παράσταση, αλλά με λόγο πυκνό, σχεδόν ψυχαναλυτικό, σαφέστατα μη θεατρικό, δύσκολο να αφομοιωθεί.
ΣΥΝ
+ Στους Ρίμινι Πρότοκολ, για τον «Προμηθέα στην Αθήνα». Καταργώντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, η ομάδα, διερευνώντας την επίδραση της αρχαίας τραγωδίας στο σήμερα, έστησε στο Ηρώδειο ένα πολυπληθές δρώμενο. Ο Προμηθέας υπήρξε μόνο η αρχή σ’ ένα θέαμα ειλικρινές, συγκινητικό, ανθρώπινο, άμεσο, με στόχο όχι τον λαϊκισμό αλλά τη συνειδητοποίηση της πόλης και των ανθρώπων της. Μια «παρέα», σκηνή και κερκίδες, γίναμε όλοι αφού «μοιραστήκαμε» απόψεις και εμπειρίες. Πέρα από κάθε σχόλιο το (ηχογραφημένο) κομμάτι με την Κούνεβα.
+ Στην Πίνα Μπάους για το «Nefes», έργο που εμπνεύστηκε το 2003, την εποχή του πολέμου στο Ιράκ. Τα χαμάμ, ο διαλογισμός των Σούφι, περιστρεφόμενοι δερβίσηδες, χορός της κοιλιάς κι αισθησιασμός σε ένα εσωτερικό χορογραφικό διάλογο, που ταξίδευε το κοινό εντός του εαυτού του.
+ Στον Γιαν Φαμπρ για το κείμενο, τη σκηνογραφία και τη σκηνοθεσία στο «Another Sleepy Dusty Delta Day» (Άλλη μια ληθαργική, σκονισμένη μέρα στο δέλτα του ποταμού). Μια χορογραφία ολοκληρωμένη, με αρχή μέση και τέλος που δοκίμαζε τα όρια της χορεύτριας Άρτεμης Σταυρίδη, αλλά και του κοινού παρουσιάζοντας την αυτοκτονία ως μια γλυκιά λύτρωση, μια πράξη προσωπικής ελευθερίας. Στα highlights του κειμένου η φράση «είναι καλύτερα ένα τέλος με φόβο, παρά ένας φόβος χωρίς τέλος», αλλά και το υστερόγραφο της παράστα- σης «Πιστεύω ακόμα στον μύθο του έρωτα». Έξυπνη και η ιδέα του Φαμπρ να γεμίσει τη σκηνή με παιδικά τηλεκατευθυνόμενα τρένα που έκαναν κυκλωτικές κινήσεις πάνω σε λόφους από κάρβουνο και έδιναν στην αυτόχειρα την ευκαιρία να ολοκληρώσει το… έργο της.
+ Στην Άρτεμη Σταυρίδη για την ερμηνεία της στο σόλο δια χειρός Γιαν Φαμπρ «Another Sleepy Dusty Delta Day» (Άλλη μια ληθαργική, σκονισμένη μέρα στο δέλτα του ποταμού) που παρουσιάστηκε πριν από λίγες μέρες στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Χόρεψε, απήγγειλε, τραγούδησε, ερμήνευσε με δυναμισμό, θεατρικότητα, άψογη τεχνική και εκφραστικότητα μια ανθρώπινη φιγούρα που αφηγείται δύο ιστορίες: μια αυτοκτονία και έναν κρυφό έρωτα. Μπορεί η πτώση στο κενό να ήταν το τέλος για την ηρωίδα του έργου, αλλά -απ’ όσα τουλάχιστον είδαμε- είναι μόνο η αρχή για την μελλοντική πορεία της Σταυρίδη.
+ Στον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο για τη γλυκύτητα και την τρυφερότητα της Λυσιστράτης του, στην Ελένη Κοκκίδου για τη λιτότητα της Μυρρίνης της, στον Μάκη Παπαδημητρίου για το… κατευθείαν απ’ τον Αριστοφάνη παίξιμό του. Η Κλεό (Κλεονίκη) του Γιώργου Χρυσοστόμου εξαιρετική. Με αυτοπεποίθηση και τόλμη ερμηνευτική. Έκλεψε την παράσταση.
+ Στη Μαρία Ναυπλιώτου για την ερμηνεία της στην «Κάρμεν», παραγωγή που ανέβηκε σ’ ένα φυσικό σκηνικό, στην υπέροχη αυλή της Κεραμεικού 28, στο Μεταξουργείο, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Κίνηση, φωνή, ερμηνεία συνδύασε με δεξιοτεχνία η ηθοποιός, σε μία προσπάθεια διασκευής της όπερας του Μπιζέ και της νουβέλας του Μεριμέ, συνοδεία τζαζ μουσικής. Εκτός από τη Ναυπλιώτου, οι υπόλοιποι ηθοποιοί στερούνταν της ικανότητας να ελιχθούν με την ίδια ευκολία και στους τρεις τομείς, ενώ το κείμενο υπήρξε από την αρχή έως το τέλος αφελές. Η σκηνή του φινάλε από τις ωραιότερες της παράστασης.
+ Ηρεμία, τάξις και ασφάλεια. Αυτές οι τρεις λέξεις συνοψίζουν το θετικό κλίμα που επικρατεί στις πρόβες για τον «Ορέστη» του Γιάννη Χουβαρδά που θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο. Φαίνεται πως ο διευθυντής του Εθνικού, μετά το αίσιο τέλος που έλαβε το θρίλερ της ανανέωσης της θητείας του από τον Παύλο Γερουλάνο, ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Και αυτό το εισπράττουν όσοι συνεργάζονται μαζί του αυτό το διάστημα. Για να δούμε…
+ Στον Διονύση Τσακνή που αποφάσισε να περιοδεύσει ανά την Ελλάδα μόνος του σε μία εποχή που η οικονομική κρίση αναγκάζει άλλους καλλιτέχνες να σχηματίζουν ομάδες των τριών και πάνω ατόμων για τις καλοκαιρινές τους εμφανίσεις. Μπράβο αυτοπεποίθηση!


ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ