Θέατρο

Θόδωρος Τερζόπουλος: «Η Επίδαυρος έχει τελειώσει μέσα μου». Τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου ανεβάζει ο σκηνοθέτης συνεργαζόμενος με τον Γιάννη Κουνέλη στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας
Ο διεθνής σκηνοθέτης Θόδωρος Τερζόπουλος ανεβάζει τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου αναδεικνύοντας την οντολογική και πολιτική ουσία του κειμένου με την εκφραστική δύναμη του σώματος και της φωνής. Η παραγωγή του θεάτρου «ΑΤΤΙΣ» που θα ανέβει Παρασκευή και Σάββατο στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας εντάσσεται στον κύκλο «Προμηθέας» του Φεστιβάλ Αθηνών και θα παρουσιαστεί στην Κωνσταντινούπολη και το Έσσεν (Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης 2010). Είναι η τρίτη φορά που ο Θόδωρος Τερζόπουλος «διαβάζει» τον αισχυλικό Προμηθέα· κάθε φορά και μέσα από διαφορετική οπτική. «Δεν τελειώνεις με αυτά τα κείμενα. Είναι ανεξάντλητα. Θα μπορούσα να ανεβάσω άλλες δέκα φορές το ίδιο έργο και να με ενδιαφέρει πάντα... Είναι το σύμπαν η τραγωδία. Είναι αυτός ο κόσμος κι άλλοι πολλοί κόσμοι, ορατοί κι αόρατοι, σκοτεινοί ή μη. Και πάντα θα προσαρμόζεται στις εποχές και τις ανάγκες μας», λέει. Μπροστά από έναν κατακλυσμό από χίλιες πέτρες που αιωρούνται στα γκρεμίσματα και τους τοίχους, ένα βιβλικό τοπίο, μια αρχετυπική εγκατάσταση, έργο του Γιάννη Κουνέλη («ο Κουνέλης πιστεύει ότι η πέτρα χαρακτηρίζει την Ελλάδα και την ίδια την τραγωδία»), θα παιχτεί η παράσταση στην οποία συμμετέχουν Έλληνες, Τούρκοι και Γερμανοί ηθοποιοί ερμηνεύοντας στη μητρική τους γλώσσα. «Παιδεύτηκα στο πώς να μοιράσω τους ρόλους και πώς να συνυπάρχουν οι γλώσσες, ώστε να αρέσουν. Δεν είναι απλή δουλειά». Στην Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη ο Προμηθέας είναι Τούρκος (Γιετκίν Ντικινσιλέρ) και στο Έσσεν Γερμανός (Γκετς Άργκους). Η Ιώ παίζεται από τη Σοφία Χιλλ και στις τρεις πόλεις, ενώ οι υπόλοιποι ρόλοι είναι μοιρασμένοι. Πρόκειται για δουλειά «απίστευτα ενδιαφέρουσα και πολύ δύσκολη γιατί πρέπει να βρεθούν οι ισορροπίες ανάμεσα σε όλα: στις γλώσσες, στους ήχους, τα σώματα, στις φωνές. Και πρέπει όλα αυτά μέσα από μία μέθοδο πολύ συγκεκριμένη, από έναν κοινό συντελεστή, να δώσουν ενιαία εικόνα», τονίζει ο σκηνοθέτης. Ένα από τα ερωτήματα που προβλημάτισε τον Θόδωρο Τερζόπουλο, τώρα, τον 21ο αιώνα, «και μάλιστα την εποχή αυτής της ηθικής, ιδεολογικής κρίσης και κατά συνέπεια οικονομικής», έχει να κάνει με το τι είναι οι Ωκεανίδες. Μακριά από τις προηγούμενες εκδοχές που είχε δώσει ο ίδιος… «βλέπω ο ωκεανός να ξεβράζει πτώματα καταπονημένα, ηττημένων ανθρώπων, μεταναστών, νεκρών. Σαν να κατάπιε τον κόσμο και τον ξεβράζει. Από αυτό που ξεβράζει φτιάχνω την παράσταση. Αποκτούν αυτά τα σώματα σιγά σιγά μνήμη και συνείδηση, για να μην θρηνήσουν, όπως είναι στο πρωτότυπο τον Προμηθέα, για την κακή του τύχη, αλλά για να συσσωρεύσουν σιγά σιγά ενέργεια και να εκραγούν». Ο Προμηθέας έρχεται κοντά μας κουβαλώντας τη μνήμη «ενός ανθρώπου πριν 4.000 χρόνια κάτω από έναν κατακόρυφο ήλιο που καίει και τη ζέστη στους 400 βαθμούς Φαρενάιτ. Πώς βλέπει λοιπόν τους ανθρώπους, τον κόσμο, τις ιστορίες; Μέσα από ρωγμές, διαθλάσεις και τρύπες σκοτεινές. Είναι ο Προμηθέας που μας βάζει σκέψεις στον σημερινό κόσμο, στον 21ο αιώνα, και πώς τον προσαρμόζουμε σε νέα δεδομένα. Δεν θα μπορούσα πλέον να κάνω μία αρχαιολογική αναβίωση. Έχω ασχοληθεί χρόνια με την τραγωδία και προσπαθώ να δημιουργήσω ανοίγματα και δρόμους». Ο Προμηθέας εδώ δεν «αναμνημονεύει την ιστορία του και δεν μας οδηγεί σε ένα σημείο συμπόνιας. Είναι μανιοδότης. Σιγά σιγά κι αυτός συσσωρεύει τη μανία του για εκδίκηση και διεκδίκηση». Και σε όλη τη διάρκεια της παράστασης συσσωρεύεται η ενέργεια, για να εκραγεί στον μονόλογό του: «Θα ‘ρθει μια μέρα που αυτός εκεί θα πέσει, ο τύραννος θα πέσει και θα αλλάξει ο κόσμος». Τον ίδιο άξονα ακολουθεί και ο 12μελής χορός ανδρών που τελικά γίνονται κι αυτοί Προμηθείς, ενσαρκώνονται την Προμηθεϊκή ιδέα της εκδίκησης και της διεκδίκησης. Γι’ αυτό κάποια στιγμή η «παράσταση γίνεται μετωπική, που καταλήγει σε μια διαδήλωση». Με έναν τρόπο εμπλέκεται ο θεατής, χωρίς να είναι ιντεράκτιβ η πρόθεση του σκηνοθέτη. Ο ανδρικός χορός των Ωκεανίδων προϋποθέτει μια διαφορετική σωματικότητα, πολύ πιο σκληρή. «Γίνεται έκρηξη στο μυαλό αυτών των ανδρών, των ξεβρασμένων πτωμάτων, των βασανισμένων σε φυλακές και βασανιστήρια. Σαν να περνάει αυτός ο άξονας μέσα από τις κακές στιγμές του 20ού αιώνα. Γιατί όλη η σωματικότητά τους είναι βασανιστήρια. Από την αρχή έως το τέλος. Μνήμη-βασανισμός. Όπου το ανθρώπινο σώμα δεν έχει καμία αξία και βασανίζεται». Δεν φτάνει η σκηνοθετική πρόταση σε σαδομαζοχιστικές καταστάσεις, αλλά ούτε μετατρέπει τις Ωκεανίδες σε θύματα και τους Προμηθείς σε θύτες. Γιατί μέσα και από τη μιλλερική ματιά πάνω στο έργο το «εγώ είμαι εσύ», «εγώ είμαι ο άλλος» , ο Προμηθέας είναι ο εαυτός του που μοιάζει σαν ένας άλλος στο βάθος του σπασμένου καθρέφτη. «Μ’ αυτή την έννοια προχωρώ σε ταυτοσημίες και ταυτοπροσωπίες. Όλα είναι όλα. Ο καθένας έχει έναν Προμηθέα μέσα του και τις θετικές και τις αρνητικές δυνάμεις». Υπάρχει μια τέτοια στρουκτούρα, μια αρχιτεκτονική που όλα σαν να αφορούν όλους. «Και φτάνουμε στο τέλος να έχουμε έναν συλλογικό Προμηθέα. Όλοι είμαστε Προμηθείς». Αλλά και η ανάγνωση του Τερζόπουλου για την Ιώ ξεφεύγει από την πεπατημένη. «Είναι η περιπλανώμενη από χώρα σε χώρα, χωρίς πράσινη κάρτα. Έτσι γεωγραφεί τη σύγχρονη πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των χωρών. Αυτό είναι το ταξίδι της Ιούς, μιας κυνηγημένης η οποία πάει από σύνορα σε σύνορα, δεν έχει άδεια παραμονής και την κυνηγάει η αστυνομία της κάθε χώρας». Στην παράσταση υπάρχει και μία ξεχασμένη φιγούρα, σχεδόν πετρωμένη (Σοφία Μιχοπούλου), η οποία όταν μπαίνουν οι θεατές βρίσκεται εκεί κι όταν φεύγουν μένει. Η επιλογή του χώρου του Ελαιουργείου έγινε γιατί πρόκειται για «εξαιρετικό χώρο. Πίσω βρίσκεται το εργοστάσιο του Τιτάνα, των τσιμέντων, εξάλλου Τιτάνας ήταν και ο Προμηθέας (από τους ηττημένους), δίπλα είναι ο αρχαιολογικός χώρος, από την άλλη το λιμάνι με τα αραγμένα κουφάρια (νεκροταφείο) καραβιών και από την πίσω μεριά ο Άδης και το Άβατον. Υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί και μια συγκλονιστική ενέργεια». Γιατί όχι η Επίδαυρος; «Η Επίδαυρος έχει τελειώσει μέσα μου. Το ίδιο και για τον Κουνέλη. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το λάιφ στάιλ που διακινείται εκεί κι έτσι όπως έχει μετατραπεί σε χώρο απόλυτης ψυχαγωγίας, όπου πάει ένα στημένο κοινό για να χειροκροτήσει ή να αποδοκιμάσει. Έκανα τον κύκλο μου, πήγα και στη Επίδαυρο και στη Μικρή Επίδαυρο, αλλά δεν θα αναζητούσα την Επίδαυρο για καμία τιμή, κανένα μεγαλείο και κανένα ονόρε. Προτιμώ να παίξω στην Ελευσίνα, στο Λαύριο ή να βρω τους χώρους όπου τα σπαράγματα της τραγωδίας θα συναντήσουν τα σπαράγματα του τόπου και των ανθρώπων. Είναι τόσο ισχυρή η τραγωδία που μπορεί να παιχτεί οπουδήποτε: σε μία πλατεία, σε μια λακούβα, σε ένα χάλασμα, σε ένα κλειστό θέατρο».
* «Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, από το θέατρο «ΑΤΤΙΣ», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου. Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου/ Χάινερ Μύλλερ/ Σαμπαχαττίν Εγιούμπογλου. Σκηνοθεσία/ Δραματουργία/ Κοστούμια: Θεόδωρος Τερζόπουλος. Έργο στη σκηνή: Γιάννης Κουνέλλης. Μουσική: Τάκης Βελλιανίτης. Παίζουν: Γ. Ντικινσιλέρ, Σ. Μιχοπούλου, Γκ. Άργκους, Σ. Χιλλ, Κ. Καραμποκά, Στ. Γράψας, Αν. Μυριαγκός, Θ. Αλευράς, Μ. Λεβενστάιν κ.ά. Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας, Παρασκευή και Σάββατο 9μ.μ.



ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ