Το "Π" κυκλοφορεί εκάκτως την Τετάρτη, 6 Απριλίου, λόγω της απεργίας στα ΜΜΕ.

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 20-05-10)

0 ΣΧΟΛΙΑ


Μπύρες και λαχτάρες ενός έθνους

thumb

Συνήθως, στις διαφημίσεις αλλάζω κανάλι. Πλην όμως, χτες προχτές, κάτι διάβαζα βλέποντας τον τελικό του Europa League, και δεν έκανα ζάπινγκ στο ημίχρονο. Και βλεπωακούω, που λέτε, δυο νέα διαφημιστικά σποτάκια μπύρας. Πράγμα απολύτως εύλογο, θα μου πείτε: η μπύρα παραδοσιακά συνοδεύει την τηλεοπτική μπάλα. Αλλού, όμως, είναι το θέμα μου: αμφότερες οι διαφημίσεις υμνούσαν, κογιονάριζαν και εκθείαζαν τρυφεροχιουμοριστικά κάποιες εκφάνσεις της ελληνικής φυλής, από εκείνες που συναντάς περισσότερο στο ασπρόμαυρο ελληνικό σινεμά, παρά στους μοδάτους πολυσινεμάδες του λαού...

Η μια – με τη θείτσα που, ακούγοντας ότι έπεσε ο Dow Jones, ρωτάει εναγωνίως «Με μηχανή; Χτύπησε;», μετά η ομήγυρις σκάει στα γέλια και το ρίχνει πασιχαρής στις μπύρες – θέλει να μας πει, φαντάζομαι, ότι όσα blue chips κι αν κατάπιαμε σαν κόπανοι τα τελευταία χρόνια, παραμένουμε κατά βάθος οι άμαθοι κι ωραίοι τύποι που ξέρουμε να περνάμε ζάχαρη με τα λίγα, σε πείσμα του Dow Jones ή όποιου άλλου κερατά πήγε να μας αλλάξει τα παγκοσμιοποιημένα φώτα μας. Η άλλη διαφήμιση είναι ακόμα πιο εύγλωττη: τρεις από τους δημοφιλέστερους «λαϊκούς» κωμικούς του συρμού τα κουτσοπίνουν σε ένα συνοικιακό ταβερνείο, πιάνουν τις εξωραϊσμένες αναπολήσεις του παρελθόντος, οπότε τσούπ! ανακαλύπτουν αίφνης ότι η θρυλική μάρκα μπύρας εκείνης της εποχής μόλις επανέκαμψε στα σημερινά ράφια απ’ τη δεκαετία του ’70. Εδώ, το μήνυμα είναι ακόμη πιο σαφές: τώρα, αδέλφια, που βρεθήκαμε με τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι κι οι πάγκοι δεν χωράνε καν όλους του κατεργάρηδες (εξ ου και επί του παρόντος παρατηρείται κάποιος... συνωστισμός), σε αυτή την άχαρη εθνική συγκυρία, το λοιπόν, ξανάρχεται ένα προϊόν που ετεροχρονισμένα είχαμε συνδυάσει με μέρες πιο ξένοιαστες, πιο ουσιώδεις ίσως, και σίγουρα πιο... ελληνικές.

Ε, λοιπόν, τη βλέπω αυτήν τη νεόκοπη εθνική ροπή να ξετσουμίζει κάθε τόσο – σε ραδιοφωνικούς διαλόγους, σε τηλεοπτικά λογύδρια, στα ανείπωτα συμφραζόμενα στο ταμείο του σούπερ-μάρκετ. Πρόκειται για μια τάση επιστροφής του Νεοέλληνα σε κάτι που αναμφισβήτητα υπήρξε, αλλά που δεν ξέρει αν το ’χει ακόμα. Οι μεγάλες οικονομικές κρίσεις, λένε οι επαΐοντες εξάλλου, πάντα ωθούν το καταναλωτικό ποίμνιο προς μια κάποια συντηρητικοποίηση· και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος, αυτός κι αν είναι δείγμα συντηρητικής στροφής μιας κοινωνίας.

Στην περίπτωσή μας, όμως, υπάρχει, όπως πάντα, κι άλλος δρόμος. Εν προκειμένω, ο καταδικός μας, ο νεοελληνικός. Διότι, πέρα από τα σκωπτικά σχόλια τύπου «Τώρα να δεις, που θα αρχίσουμε να φυτεύουμε ντομάτες και αγγούρια, για να φάμε», τα οποία κυκλοφορούν μεταξύ σοβαρού και αστείου, πέρα από τη γενικευμένη παρόρμηση να βρούμε και να θυμηθούμε πώς ήμασταν πριν από 30 χρόνια, τότε που οι επιθυμίες μας δεν μεταφράζονταν πάραυτα σε ανάγκες, υπάρχει και μια οδυνηρή αλήθεια πίσω απ’ αυτήν, το νοερό πισωγύρισμα του Νεοέλληνα.

Διότι εμείς εδώ, παιδάκι μου, ήμασταν πράγματι αλλιώς – πριν ξεμάθουμε ασμένως και ξεφύγουμε τελείως, δηλαδή... Δεν ήμασταν, βέβαια, ουσιωδώς άλλοι ή θεαματικά καλύτεροι. Και τότε παρτάκηδες ήμασταν, και απείθαρχοι και πατεντόβιοι από κούνια. Μόνο που τότε τα εθνικά και προσωπικά μεγέθη μας ήταν πιο χειρίσιμα. Πιο μικρά. Πιο συνδεδεμένα, αν θες, με την ουσία αυτού του ηλιοφίλητου και φιλικότατου τόπου που μας έλαχε.

Μεγαλοπιανόμασταν, βέβαια, και τότε, αλλά με ένα κάποιο μέτρο. Και χωρίς πιστωτικές και δάνεια ασύστολα... Κάναμε το αμετροεπές κομμάτι μας, σπάγαμε τα μούτρα μας κάποιες φορές, αλλά το πράμα γενικά κυλούσε μέσα σε πιο ανθρώπινους και χουχουλιαστούς ρυθμούς, μου φαίνεται.

Και θα ’ταν πράγματι όμορφα αν, τότε που έπρεπε, είχαμε εστιάσει, δουλέψει και επενδύσει πάνω σε αυτές ακριβώς τις ιδιαιτερότητες της φυλής και του τοπίου. Λίγο free και χύμα, λίγο μπαγαπόντηδες, αλλά μερακλήδες και δημιουργικοί, θα μπορούσαμε να είχαμε φτιάξει ένα τουριστικό προϊόν άπαιχτο, όπου θα βασίλευε πραγματικά η μικρής κλίμακας, χεροκάμωτη, προσωπική και παραδοσιακή επιχείρηση, έναντι της ό,τι να ’ναι, παραδόπιστης και βαυκαλιζόμενης τσιμεντομονάδας του κώλου. Αλλά το αφήσαμε κι αυτό να γλιστρήσει μέσα απ’ τα χέρια μας. Και οι λίγες δεκάδες καλλιεργητών, ξενοδόχων και λοιπών επαγγελματιών, που το ’χουν ήδη δει σωστά το έργο και επενδύουν σε μικρότερα, αλλά πολύ πιο ουσιώδη και υποσχόμενα, μεγέθη, δεν είναι παρά η εξαίρεση.

Όλο αυτό το ψυχολογικίζον πακετάκι πολύ καλά το τσίμπησαν οι διαφημιστές. Η Ελλάδα τού τότε, γενικώς και αορίστως, πουλάει και θρέφει. Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι πώς θα ξαναγίνουμε όπως τότε. Το ζητούμενο δεν είναι να ξαναγυρίσουμε στην Ελλάδα του Τόλη και του «Αγωνία με λαχτάρα». Εξάλλου, αν το καλοδείς, ποτέ δεν πολυφύγαμε, όπως αποδεικνύεται. Πάντα εκεί ήμασταν, με την ίδια αγωνία, την ίδια λαχτάρα...



ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ