Το "Π" κυκλοφορεί εκάκτως την Τετάρτη, 6 Απριλίου, λόγω της απεργίας στα ΜΜΕ.

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 29-04-10)

0 ΣΧΟΛΙΑ


Ανάμεσα σε δυο γυναίκες

thumb

Ξανθογάλανες κι οι δυο. Τη μια, τη νεότερη, την ξέρουμε πια πολύ καλά – μέσα - έξω. Την άλλη, τώρα αρχίσαμε να τη μαθαίνουμε – απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη.

Κάθε βδομάδα, τέτοιες ώρες, λέω ψιλοσιχτιρισμένη στον εαυτό μου: «Δεν μπορεί, κάτι άλλο άξιο επισήμανσης θα έχει συμβεί μια βδομάδα τώρα». Ή, ακόμα χειρότερα: «Άντε, λοιπόν, μάγκα μου, ξετρούπωσέ την εσύ την άσχετη πλην επίκαιρη σχολιογραφία!». Και μετά, βέβαια, με πεδικλωμένο ενθουσιασμό γυρίζω στο αναπόδραστο: στον δημοσιονομικό, μα και ευρύτερό μας, μαρασμό. Τι μαρασμό; Ξεπεσμός κανονικός είναι αυτός που μας επισυμβαίνει. Να θες, δηλαδή, να δανειστείς για τις αμείλικτα τρέχουσες ανάγκες σου και να σου λένε οι αγορές κατάμουτρα «Πριτς!» και να σου ανοίγουν λίγο ακόμα και τα spreads... Δεν λέω, ο Επαναστατικός Αγώνας ψιλοέσκασε, γιάφκες παντού, οι βάζελοι έκαναν το νταμπλ, η Διαμαντοπούλου κάνει τη δική της «σχολική επανάσταση», Καρβέλας και Πάνια παντρεύονται –μωρέ, πράματα γίνονται, δεν αντιλέγω. Έλα όμως, που όλα τα σκιάζει η φοβέρα του ΔΝΤ; Και που ουδείς γνωρίζει τι περίπου θα μας συμβεί, τώρα που μπαίνουμε στα δύσκολα; Κι όποιος γνωρίζει, απλώς κάνει μόκο; Οπότε, με τι άλλο να ασχοληθεί κι η στήλη;

Την ξανακοίταξα, λοιπόν, κατάματα την εθνική μας κατάντια. Για την οποία, παρεμπιπτόντως, δεν φταίει η αχαλίνωτη κερδοσκοπία των αγορών. Εκείνη απλώς βρήκε την πόρτα ανοιχτή και ήρθε και ξεσκέπασε την ήδη υπάρχουσα σαπίλα και διαφθορά που διατρέχει ολόκληρη την κρατική διοίκηση εν Ελλάδι. Κι εκεί που ατένιζα το πελιδνό πρόσωπο της εθνικής μας υπόστασης, μου ’ρχεται ένα άρωμα γυναίκας. Πώς να το πω; Ένα cherchez la femme σαν να λούφαζε πίσω από την επικαιρότητα αιχμής... Τηράω λίγο καλύτερα και τις βλέπω: δυο θηλυκά είναι που κουνιούνται και κινούν, καθεμιά με τον τρόπο της, τα νήματα της ημεδαπής ειδησεογραφίας. Ξανθογάλανες κι οι δυο. Τη μια, τη νεότερη, την ξέρουμε πια πολύ καλά – μέσα - έξω. Την άλλη, τώρα αρχίσαμε να τη μαθαίνουμε – απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Προς το παρόν, απ’ τη δεύτερη, τη μεγαλύτερη, μαθαίνουμε τα της σκέψης της, ενώ από την πρώτη, τα σαρκικά της. Κάποιο δυσοίωνο προαίσθημα, ωστόσο, μου λέει πως πολύ σύντομα, ως έθνος, θα γευτούμε και τα... σαρκικά ατού της σιτεμένης ξανθιάς. Και κάτι μου λέει πως δεν θα μας αρέσουν τόσο, όσο εκείνα της άλλης, της νέας και ωραίας, της Τζούλιας μας με τ’ όνομα και τη χάρη.

Δεν ξέρω, βέβαια, πώς έμοιαζε στα ανατολικογερμανικά νιάτα της η Άγγελα Μέρκελ. Κάτι, ωστόσο, μου λέει πως ακόμα και τότε δεν θα πολυέπιανε χαρτωσιά μπρος στη δικιά μας φιλήδονη ξανθιά. Το πρόβλημα είναι πως η λιγότερο φιλήδονη frau ξανθιά εκ Βερολίνου θα μας χορέψει στο ταψί, ως φαίνεται, μέχρι να ανοίξει την κάννουλα της εν τοις χερσί ευρωστήριξης. Διότι έχει κι αυτή τα δικά της, με τις τοπικές εκλογές ante portas και τη γερμανική κοινή γνώμη να πνέει μένεα κατά των χαραμοφάηδων καλοπερασάκηδων εν Griechenland. Άσε, δηλαδή, που πρέπει να αποφασίσει – κι αυτή και οι λοιποί αποφασίζοντες στη χώρα του Γκαίτε – τι τελικά συμφέρει την πολυπλόκαμη γερμανική οικονομία: να καταρρεύσει η ευρωζώνη ή απλώς να κλυδωνιστεί; Να βουλιάξει αύτανδρη η Ελλάς ή να περισωθεί για το χατίρι των μυριάδων γερμανικών επενδυτικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στην Griechenland; Να πάμε να πνιγούμε μονάχοι μας ή να μας έχουν εκεί ως κυματοθραύστη για τα ευρωχειρότερα, τα οποία – πού θα πάει; – έρχονται κι αυτά;

Κι ενώ αυτά τα ομολογουμένως ακανθώδη ταλαιπωρούν την Άγγελα, η Τζούλια μας κατατρύχεται από καλπάζον επιστολογραφικό σύνδρομο. Και το αποκύημα αυτού του συνδρόμου είναι όλα τα λεφτά! Διότι τα ραβασάκια που προσκόμισε αυτοπροσώπως – κοτζάμ σταρ! – στο Κοινοβούλιο και στο υπουργείο Οικονομικών, εκτός από τον πόνο της ίδιας τής μοντελοκάτι Τζούλιας, τραγουδάνε άθελά τους και τον καημό του σημερινού Νεοέλληνα. Ειδικά αυτό το τελευταίο γράμμα, που απηύθυνε συνεκδοχικά στον Παπακωνσταντίνου, είναι αποκαλυπτικότατο για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο μέσος Νεοέλληνας την έννοια του κράτους. Διότι μην κοιτάτε, κι η Τζούλια ένας μέσος φορολογούμενος Νεοέλληνας είναι – άντε λίγο πάνω από έναν μέσο φορολογούμενο Νεοέλληνα, για να υπάρχει και μια εκτόνωση, βρε αδελφέ, να είμαστε και δίκαιοι... Στην επιστολή της, το λοιπόν, η Τζούλια λέει, ούτε λίγο ούτε πολύ, άντε που σας έκοψε η πρεμούρα από το ΣΔΟΕ και δεν μ’ αφήνετε να κουνήσω ρουθούνι (πού κώλο;) και τσούπ! νάσου τα ελεγκτικά όργανα να ξεψαχνίζουν τις κινήσεις μου. Εν συνεχεία αιτάται ίσης μεταχείρισης με τους άλλους ουδέποτε φοροελεγχόμενους συμπολίτες και εισηγείται «τους ίδιους ανελέητους και εξονυχιστικούς ελέγχους, σε όλο το καλλιτεχνικό στερέωμα».

Μωρ’ το ’χει πιάσει το νόημα των χαλεπών των ημερών, η Τζούλια... Εξάλλου, όπως αναφέρει και στην εναρκτήρια αποστροφή της επιστολής της, τα πάντα εντέλει είναι ένας... αστικός μύθος.



ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ