Απ’ τον Τιτανικό στην Αράχωβα
Ομολογουμένως πολύ κομψό δεν ήταν που ο Παπακωνσταντίνου, στο περιθώριο της κρίσιμης συνεδρίασης του Eurogroup, παραλλήλισε την πορεία προς την ανάκτηση της εθνικής μας αξιοπιστίας με τη ρότα του Τιτανικού... Από την άλλη, σκέφτομαι, ούτε και εντελώς εύστοχο ήταν: η ελληνική δημοσιο-οικονομία ουδέποτε υπήρξε Τιτανικός – ήτοι, το πιο γαμάτο και ταρατατζούμ επιβατηγό ατμόπλοιο των ημερών του, που απλώς είχε την κακοδαιμονία να πέσει πάνω στο γνωστό παγόβουνο. Μάλλον προς σαπάκι τύπου Σάμινα έφερνε και φέρνει. Το δε ναυάγιο που, όπως λένε αρκετοί, μας περιμένει ante portas, δεν θα οφείλεται σε κάποιο παγόβουνο - φάντασμα, αλλά στις όλως χαρτογραφημένες νησίδες Πόρτες... Από την παράλλη, ξανασκέφτομαι, δεν είναι κι άσχημα που ο επίσημος οικονομοτέτοιος μας λέει τα πράματα με το όνομά τους. Γιατί η αλήθεια είναι πως, όσο μισογεμάτο κι αν επιμένεις να το βλέπεις το ποτήρι, για να γυρίσει η αξιοπιστία θέλει δουλειά πολλή.
Και μεταξύ μας, εξακολουθώ να μη βλέπω ποιος θα την κάνει όλην αυτή τη βρομοδουλειά. Όχι τόσο στο υψηλότατο επίπεδο των πολιτικο-οικονομικών αποφάσεων – εκεί το πράμα έχει κλειδώσει, ως φαίνεται, κι από Μάρτη, λέει, οι εταίροι ευρωδιασώστες μας θα έρχονται και θα αποφαίνονται περί του δημοσιονομικού μας πρακτέου κι εμείς απλώς θα κάνουμε τουμπεκί και θα συμμορφωνόμαστε. Όχι, εννοώ σε επίπεδο κοσμάκη – λαός και Κολωνάκι αντάμα. Ποιος τυπικός φορολογούμενος (λέμε τώρα) Νεοέλληνας θα κάνει το σκατό του παξιμάδι, την ανάγκη φιλοτιμία, τα τρία δύο, τα αδύνατα δυνατά καθώς και ό,τι περνάει απ’ το χέρι του με μοναδικό υψηπετή στόχο να συμβάλει στην ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας και στην ανάκτηση της χαμένης της τιμής; Έλα μου ντε... Ποιος;
Άκουγα τον καθηγητή Χρηματοοικονομικής Γκίκα Χαρδούβελη στο ράδιο να λέει, με μια κάποια αδιόρατη αβεβαιότητα στη φωνή, πως ο κόσμος έχει πια συναισθανθεί πλήρως την κρισιμότητα της κατάστασης και θα ανασκουμπωθεί στο παρά πέντε και θα τους ρουμπώσουμε όλους, όπως τότε, επί Ολυμπιάδας του 2004, που ουδείς πίστευε ότι θα προκάμουμε κι όμως εμείς, με τρόπο ακραιφνώς νεοελληνικό και ανήκουστο, κάπως τα φέραμε από ’δώ, τα σπρώξαμε από ’κεί, και τελικώς θαμπώσαμε την οικουμένη ολόκληρη με την επιτυχέστατη διοργάνωσή μας. Δεν λέω, είναι ωραίο να μπορείς να ανατρέχεις στην περικλεή εθνική μυθολογία σου – ειδικά όταν είναι και τόσο πρόσφατη. Μόνο που το 2004 είχαμε κι ένα κάρο πολυεθνικούς χορηγούς που περίμεναν να εξαργυρώσουν το πολύφερνο σετάκι «οι Ολυμπιακοί επιστρέφουν στην Ελλάδα». Το 2010, φοβάμαι, το μόνο που έχουμε είναι ένα κάρο οίκους αξιολόγησης (και μηδενικής ανοχής) που απλώς μας περιμένουν στη γωνία...
Προφανώς υπάρχουν χιλιάδες συν-Έλληνες που την κρισιμότητα της κατάτασης, θέλουν - δεν θέλουν, τη νιώθουν ήδη στο πετσί τους. Αλλά υπάρχουν, αδελφέ μου, και πολύ περισσότεροι που δεν χαμπαριάζουν στάλα. Και εξακολουθούν να πορεύονται αγκαζέ με εκείνη την ευδαιμονική, τυχάρπαστη, ντεμέκ και υπερκαταναλωτική joie de vivre που πρωτοανακάλυψαν στα μέσα του ’90. Μωρέ, το βλέπουν κι αυτοί μια χαρά το παγόβουνο που κοντοζυγώνει pericolosamente· αλλά η ορχήστρα τους παιανίζει πάντα μακαρίως. Στην τελική, αν παραστεί ανάγκη, όλο και κάποιον θα λαδώσουν για μια θέση στις σωστικές λέμβους του εθνικού Τιτανικού μας...
Βρέθηκα για Κούλουμα στην περιοχή του Παρνασσού. Προφανώς και δεν έμεινα στην Αράχωβα – όλη αυτή η κομψευόμενη γουαναμπίδικη βλαχογκλαμουριά, όλη αυτή η ρηχή επίδειξη πλούτου και μούρης, όλο αυτό το ψυχαναγκαστικό κέφι-μετά-ξοδέματος δεν είναι ακριβώς του γούστου μου. Αναγκάστηκα, όμως, δυο φορές να περάσω εποχούμενη από το νεοελληνικό... Γκστάαντ. Σμήνη από πανάκριβα τζιπ τεραστίων διαστάσεων φράκαραν το σύμπαν – opos Kifissias! Τα καφέ και τα μπαρ της περιοχής, ξέχειλα. Ένα γύρο δε, να χτίζεται με αμείωτους ρυθμούς το ορεινό τοπίο, με κάτι πανάκριβες και εν γένει καλαίσθητες κατασκευές που προφανώς καμιά σχέση δεν έχουν με την πολυθρύλητη κρίση της οικοδομής. Το σαλέ στο χιονοδρομικό, τίγκα κι αυτό. Κι όπου κι αν χρειάστηκε να αγοράσω κάτι στο πόδι, ήμουν οφθαλμοφανώς η μόνη σπασαρχίδω που ζητούσε απόδειξη: το ρολό που μου ενεχείριζαν οι ξινισμένοι μαγαζάτορες με τις άκοφτες αποδείξεις της ταμειακής από όλους τους προηγούμενους πελάτες δεν άφηνε χώρο για αμφιβολία...
Είναι ωραίο που εμείς οι Έλληνες δεν χαλάμε τη ζαχαρένια μας ακόμη και στα στριμόκωλα. Και δεν υπονοώ, βέβαια, ότι όλοι αυτοί οι αμέριμνοι χιονοχαΐστες της Αράχωβας είναι ντε και καλά φοροφυγάδες. Αλλά, βρε αδελφέ, εν όψει του παγόβουνου που έρχεται κατά πάνω μας, ε, δεν θα μπορούσαν ίσως κι αυτοί να βάλουν λίγο νερό στο ουίσκι τους; Να μαζεύουν καμιά απόδειξη, έστω;


ΓΡΑΨΕ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΑ