"Πράσινο ΠΟΝΤΙΚΙ" -Τεύχος 10
Γνωρίστε την τοξική ουσία ΒΡΑ -τον άγνωστο δολοφόνο που βρίσκεται σε κάθε σπίτι- το «θωρηκτό Αβέρωφ» της Τίνας Μπιρμπίλη και το Μουντιάλ των ξυπόλητων «μάγων»!

Πειραιάς 2050. Η μικρή Πένη Ζουζούνη, εγγονή της παλιάς ντίβας του «Π» Πένης Ζουζούνη, με το πρόσωπο χωμένο στο μαξιλάρι, παριστάνει ότι κοιμάται. Στο κομοδίνο της, η τούρκικη πετρελαιόλαμπα, μάρκας «Γκιουζέλ Καστελορίζ» (Όμορφο Καστελόριζο), φωτίζει αχνά την καμπίνα. Η οικογένεια της μικρής ζει σε μια φρεγάτα του 2010, από κείνες που είχε αγοράσει η ελληνική κυβέρνηση επειδή βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και δεν γινότανε να μην τις αγοράσει. Λίγο αργότερα, όταν η ύφεση κορυφώθηκε και παρέμεινε κορυφωμένη, η υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας Λούκα Κατσέλη έδωσε εντολή να προσαράξουν τα πολεμικά πλεούμενα σε αμμώδη αβαθή νερά και να διατεθούν έναντι συμβολικού ενοικίου (ανά δίκλινη, τρίκλινη και τετράκλινη καμπίνα) σε οικογένειες δίχως περιουσιακά στοιχεία και επαρκές πακέτο αποδείξεων. Η Πένη κοιμάται συνήθως στην κάτω κουκέτα, που είναι πιο σταθερή και την πιάνει λιγότερο η θάλασσα. Έξω, στο κατάστρωμα, οι εθελοντές άνεργοι μούτσοι σφουγγαρίζουν και σιγοτραγουδάνε παράνομα ρετρό ρεφρέν: «…η δουλειά κάνει τους άντρες». «Αααχ! Γι’ αυτό γίναμε όλοι αδελφές… Από το 2009 έχει να προκηρυχθεί θέση εργασίας!» σχολιάζει θλιμμένα ο Παναγιώτης απ’ τη Μάνη…
Ένα μακρόσυρτο χαρχάλεμα στην πόρτα κάνει την Πένη να ανασύρει το πρόσωπο από το μαξιλάρι και να βυθίσει το βλέμμα στο ημίφως με ανυπομονησία. Είναι το κλειδί της γιαγιάς που ανιχνεύει με τον νόμο των πιθανοτήτων τον χώρο, προκειμένου να πετύχει την κλειδαρότρυπα. Έπειτα από 35 λεπτά, βρίσκει στόχο. Μπαίνει πρώτα το πι (το παλαιολιθικό σύστημα στήριξης των ηλικιωμένων) κι ύστερα εκείνη. Η Πένη φοράει τις παντόφλες της και τρέχει να αγκαλιάσει την αγαπημένη της πρόγονη.
«Γιαγιά, γιαγιάκα! Ήρθες! Σε περίμενα! Πώς πήγε σήμερα η δουλειά;»
«Καλά, παιδάκι μου. Μια χαρά. Δεν πέθανε κανείς όλη μέρα στον όροφό μου. Μάλλον επειδή ήταν από προχθές ανάδρομος ο Πλούτωνας. Και καταχώρησα μονάχη μου τρεις αιτήσεις στο pc. Αν δεν μπέρδευα, λόγω του ρημάδη του καταρράκτη, το mouse με το σακουλάκι του καθετήρα, θα είχα στείλει και τα φαξ που μου είχε δώσει πριν από έξι μήνες ο προϊστάμενος».
«Δεν πειράζει, γιαγιά. Αύριο είναι μια άλλη μέρα. Ίσως τα καταφέρεις».
«Δεν αγχώνομαι. Έτσι κι αλλιώς ο προϊστάμενος δεν μπορεί τώρα πια να με ελέγξει».
«Τον αποσπάσανε όπως τον παππού του Αποστόλη για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες;»
« Όχι, πέθανε τον Δεκέμβρη».
«Να σου βάλω τη σουπίτσα σου;»
«Ναι, παιδάκι μου. Και σύνδεσέ μου και το κινέζικο ηλεκτρονικό καλαμάκι στο στόμα γιατί έχει υποτροπιάσει το πάρκινσόν μου και θα ψεκάσω το δωμάτιο σαν αυτόματο ποτιστικό».
«Ορίστε, γιαγιάκα. Ρούφα…»
«Ουουουρφφφφφ! Αααχ! Την ευχή μου να ’χεις! Κι εσύ και οι κάτοικοι της μακρινής Αϊτής που έστειλαν αυτές τις σούπες σκόνη για να μας βοηθήσουν στη φτώχεια μας… Γι’ αυτό σου λέω, παιδί μου. Κάνε το καλό και ρίξ’ το στον γιαλό. Οι καλές πράξεις γυρίζουν πίσω. Κι εγώ κάποτε, το 2010, όταν ένας σεισμός είχε πλήξει την Αϊτή, πριν την ανοικοδομήσουν και γίνει προηγμένη, είχα στείλει αφυδατωμένο πουρέ».
«Και εκείνοι 40 χρόνια μετά, σου έστειλαν σούπες…»
«Ναι, τις σούπες που είχε στείλει η κυρα-Φλώρα απέναντι. Τον πουρέ μου τον πήρε ο ξάδελφός μου στα Γιάννενα».
«Να φέρω τώρα τη χτένα;»
«Φέρ’ την, Πένη μου. Λοιπόν… Σπάω κι αυτό το δοντάκι, μου μένουνε ακόμα 30 δοντάκια και άλλες 850 χτένες των πενήντα δοντακίων μέχρι να πάρω σύνταξη… Άντε. Το μοσχάρι το έφαγα. Τώρα μπαίνω στην ουρά…»
«Τι είναι το μοσχάρι, γιαγιά;»
«Το μοσχάρι ήταν ένα ζώο που, όταν ήμουνα εγώ μικρή, καταναλώναμε το κρέας του. Το μαγειρεύαμε κοκκινιστό, γιουβέτσι, με λαχανικά…»
«Κρέας;… Δηλαδή κάτι που έχει την ίδια γεύση με τους κύβους που ρίχνουμε στο νερό;»
«Ναι… χωρίς τη χοληστερίνη και χωρίς τις θρεπτικές ουσίες. Το τρώγαμε κυρίως τις ημέρες των Χριστουγέννων και του Πάσχα».
«Γιαγιά, τι ήταν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα;»
«Σσσς! Σιγά. Μπαίνεις σε επικίνδυνα χωράφια… Ήτανε γιορτές που ισχύανε για όλους. Σκέψου ότι παίρναμε παραπάνω λεφτά, πολύ παραπάνω από το σημερινό εθνικό επίδομα αυθυπαρξίας, για να τις γιορτάσουμε».
«Ποιος τα έδινε τα λεφτά;»
«Όλοι οι εργοδότες. Που τότενες ήταν κάμποσοι… Και το κράτος στους δημόσιους υπαλλήλους».
«Πω πω! Μεγάλη αδικία. Είχατε εργοδότες και κράτος και δεν το εκτιμούσατε και τους βάζατε να σας δίνουν και τζάμπα λεφτά;»
«Έτσι ήταν τότε. Είχαμε δικαιώματα».
«Τι ήταν τα δικαιώματα δηλαδή;»
«Ήταν η δυνατότητα που είχαν οι άνθρωποι να προστατεύουν το συμφέρον τους».
«Α! Ήσασταν τελείως ανήθικοι. Κοίταζε ο καθένας το συμφέρον του. Εγώ όταν θα μεγαλώσω δεν θέλω να έχω ποτέ δικαίωμα… Γυρίζω τις πλάτες μου στο παρελθόν σας!»
«Έλα, μη θυμώνεις. Πάνε αυτά τώρα. Τώρα είμαστε ελεύθεροι να μη διεκδικούμε τίποτα… Γκχχχχμ! Χμμμμ!»
«Αχ, ρε γιαγιά! Πάλι ενεργήθηκες απροειδοποίητα... Για να δω… Ο γιατρός της Ε.Ε. έχει πει να παρακολουθούμε τις κενώσεις σου. Πώς πήγαμε σήμερα; Τι έκανες;»
«Γιάκομπς Φουντούκι».
0 Σχόλια
Γράψε το δικό σου σχόλιο!