Μην ξεχάσετε...το "Π" κυκλοφορεί την Πέμπτη το πρωί!
Μην ξεχάσετε...το "Π" κυκλοφορεί την Πέμπτη το πρωί!
Σάββατο, 09 Ιανουαρίου 2010

Συνδικάτα και ασφαλιστικό

1Στα βιβλία μας («Η Κρίση της Πολιτικής στην Ελλάδα (1985 1989)», εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθή να, 1989, «Θεωρητικά Ζητήματα του Συνδικαλιστικού Κινήματος», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα Κομοτηνή, 1989, «Το 1992 και το Εργατικό Κίνημα», εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1989, «Νεοφιλε λευθερισμός και Υποβάθμιση της Εργασίας», εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1991, και «Εργασία και Συνδικάτα στη Μεταβιομηχανική Κοινωνία», εκδόσεις Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1993) έχουμε αναλύσει, μεταξύ των άλλων, την κρίση του Συνδικαλιστικού Κινή ματος, τις αιτίες της, καθώς και τους τρόπους εξόδου από αυτήν.

Δεν γνωρίζουμε πόσα από τα στελέχη του τα μελέτησαν και προσπάθησαν να κατανοήσουν τις μεγάλες αλλαγές που επήλθαν στους συσχετισμούς των συντε λεστών της παραγωγής μετά την τεχνολογική επανάσταση, που – δυστυχώς για τους λαούς – τις οικειοποιήθηκε το νεοφιλελεύ θερο πρόταγμα και η επιχείρηση ιδιωτικοποίησης του κόσμου. Γιατί χωρίς την ερμηνεία αυτών των μετανεωτερικών κοσμογονικών μεταβολών είναι αδύνατον να συνειδητοποιηθούν οι αντανακλά σεις της παραγωγικής βάσης επί του συστήματος των εργασιακών εν γένει σχέσεων και κατ’ ακολου θίαν η φύση και τα χαρακτηριστικά της Νέας Εργατικής Τάξης. Επο μένως, και να επινοηθούν, πολύ περισσότερο να συγκροτηθούν στην πράξη, οι νέες μέθοδοι που θα ανακόψουν την πορεία φθοράς και περιθωριοποίησης του Συνδι καλιστικού Κινήματος. Το βέβαιο είναι ότι έκτοτε η κρίση έχει επι δεινωθεί.

Ποτέ στην ιστορία του Εργα τικού Κινήματος οι δυνάμεις της οργανωμένης εργασίας δεν διέθε ταν τόσο μεγάλη θεσμική υποδο μή, τόσες δεξαμενές σκέψης και τεκμηρίωσης, τόση συστημική προσβασιμότητα, τόσα χρηματικά μέσα, τόση χρονική διαθεσιμότη τα. Αλλά και ποτέ άλλοτε το Συν δικαλιστικό Κίνημα (το ωραιότερο και χρησιμότερο δημιούργημα της ταξικής συνειδητοποίησης και πά λης εντός του αστικού αντιπροσω πευτικού συστήματος) δεν ήταν τόσο διασπασμένο, ανυπόληπτο, αναποτελεσματικό και πρόσφορο σε εξουσιαστικές προσαρμογές.

Στη χώρα μας αυτή η δυσάρε στη και επιζήμια για την κοινω νία και τις προοπτικές της κα τάστασή του οφείλεται, μεταξύ των άλλων, και στη διαίρεση της Γενικής Συνομοσπονδίας του ιδιω τικού τομέα (ΓΣΕΕ), που, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και της πρώτης περιόδου της δια κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, είχε ενω τικό προεδρείο και πρόγραμμα. Η δικαστική καθαίρεση της διοίκη σής της το 1985 (επειδή αρνήθηκε να συναινέσει στη στροφή της οικονομικής πολιτικής) διέλυσε τις βιωμένες – κατά τη διάρκεια του ρωμαλέου αντιπολιτευτικού χρό νου – αυταπάτες περί της ανεξαρ τησίας του. Και ασφαλώς αναίρεσε τις διακηρύξεις που το ήθελαν ως «το τρίτο αυτόνομο βάθρο της Δημοκρατίας», το οποίο θα συ νεργούσε ισότιμα με τους άλλους πυλώνες (Κοινοβούλιο Κόμματα, Τοπική Αυτοδιοίκηση) στον σο σιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με την πύκνωση και το βάθεμα της δημοκρατικής διαδι κασίας και της λαϊκής συμμετοχής. Από τότε, οι ορισμένες από τις ηγεσίες των κομμάτων διοικήσεις, που επικυρώνονται από τα μέλη των κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων, συναγωνίζονται με ταξύ τους στην επίδειξη κομματι κής και κυβερνητικής πιστότητας. Ήταν, ως εκ τούτου, αναπόδραστο το επόμενο βήμα της πλήρους ενσωμάτωσης στην εκάστοτε κυ βερνώσα πολιτική ομάδα.

Έτσι είδαμε τα Συνδικάτα να τροφοδοτούν με κορυφαία στελέχη τους την κυβέρνηση, φαινόμενο που κάθε άλλο παρά κατακριτέο θα ήταν, αν η γενική κατεύθυνση και τα ειδικότερα μέτρα που ελαμβάνοντο θα προω θούσαν τα αιτήματα της Εργατικής Τάξης και όχι την απορρύθμιση των Εργασιακών Σχέσεων και του Ασφαλιστικού Συστήματος, τα οποία βεβαίως κανοναρχούνται από την Ε.Ε.! Αυτή η ατμόσφαιρα οδήγησε στις περίφημες προτάσεις Γιαννίτση Σημίτη, με τις οποίες θιγόταν κάθε ένας ασφαλισμένος ατομικά και συρρικνωνόταν το ανολοκλήρωτο Κοινωνικό Κράτος. Η υπόκωφη βοή, που κινητοποί ησε όλους τους συνΈλληνες με την ενεργοποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης, διέλυσε τους εφησυχασμούς της συστημικής επανάπαυσης, όχι τόσο επειδή θα κατεδαφίζονταν τα ασφαλιστι κά δικαιώματα, αλλά επειδή θα κατέρρεε το σύστημα εξουσίας. Έτσι, όλοι συνειδητοποίησαν την έγκαιρη και κρίσιμη επισήμανση του εγρήγορου συνδικαλιστή, τότε νέου προέδρου της ΑΔΕΔΥ, Σπύρου Παπασπύρου, ότι «... το νομοσχέδιο αυτό δεν είναι απλώς μια απιστία, αλλά οριστικό διαζύγιο του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία...». Ο εξουσιαστι κός εναγκαλισμός όμως οδήγησε στον ν. 3029/2002, που υιοθέτησε τη λογική της αναδιανομής της φτώχειας (και όχι της εξίσωσης προς τα πάνω για όλους), με τη με ταβολή του συστήματος απονομής συντάξεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης από 80% σε 70% σταδιακώς μέχρι το 2017, οπότε θα επέλθει η πλήρης εφαρμογή και υπολογισμός της σύνταξης βάσει του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας από το 2013, σε συνδυασμό με τις «ποινές» πρόωρης εξόδου). Επομένως, η ιδε ολογικοπολιτική ταξική προσέγγι ση του ασφαλιστικού έχει σχετικο ποιηθεί και τον συνειδησιακό χώρο έχει καταλάβει η επιμερισμένη αναλογιστική αντίληψη.

2Γι’ αυτό, άλλωστε, η συνδι καλιστική ηγεσία δεν μπόρε σε να αντιδράσει αποτελεσματικά κατά την εξελισσόμενη κρίση, στην οποία οι δυνάμεις της εργα σίας καλούνται να πληρώσουν τις αστοχίες και τις κερδοσκοπικές επινοήσεις τού τραπεζικού κυρίως κεφαλαίου. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αποτρέψει την εργασιακή απορ ρύθμιση. Τι μπορεί λοιπόν να επι τύχει ένα απομαζικοποιημένο φά ντασμα του πάλαι ποτέ κραταιού Κινήματος στην αρένα της ατέρ μονης ταξικής πάλης που μαίνεται πλέον οξύτερη, αφού αδυνατεί να οργανώσει πάνω από το 1315% των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας, πολύ δε περισσότερο να το κινητο ποιήσει (λόγω προϊούσας αλλαγής των παραγωγικών σχέσεων άρα και της σύνθεσης της Εργατικής Τάξης που συνεπιφέρει αυτοθρόως, ανε ξαρτήτως των άλλων μειονεξιών, κοινωνική απονομιμοποίηση);

3Κατά την ημέρα μνήμης της Πρωτομαγιάς τύχαμε σε δύο μεγάλες επαρχιακές πό λεις και κατά την πάγια συνήθειά μας προσήλθαμε αιφνιδίως στις αίθουσες συνελεύσεων των οι κείων Εργατικών Κέντρων για να παρακολουθήσουμε τις σχετικές εκδηλώσεις. Δεν παρευρίσκονταν καν όλα τα μέλη της διοίκησης! Παρόντες ήταν οι τοπικοί βουλευ τές, οι αστυνομικοί συνοδοί τους, ο νομάρχης και ορισμένοι δήμαρ χοι. Μερικοί άλλοι ήταν απλώς τοπικοί πολιτευτές, αντινομάρχες κ.λπ. Την ίδια ώρα, σε άλλους χώ ρους, ελάμβαναν χώρα παρόμοιες συγκεντρώσεις άλλων φορέων με ορισμένες δεκάδες εργαζομένων και συνταξιούχων!

4Έτσι, όταν η χώρα μετατρά πηκε ξαφνικά από κράτος εξα γωγής οικονομικών μεταναστών σε πολιτεία αθρόας εισαγωγής εργατικής δύναμης (κυρίως από τις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού) και όταν η υπερφί αλη φιλοδοξία τής αστικής τάξης επιχείρησε να οικειοποιηθεί τους σύγχρονους εμπορευματοποιημέ νους Ολυμπιακούς Αγώνες (στους οποίους προσέδωσε διαστάσεις νέας εθνικής ιδέας, επιβαρύνο ντας τη δημοσιονομική θέση της χώρας και το περιβάλλον), η φύσει και θέσει αρμόδια Οργάνωση δεν μπόρεσε να επιβάλει αποτελεσμα τικές πολιτικές εργασιακής και ασφαλιστικής ενσωμάτωσης των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομέ νων στην ύπαιθρο, στις πόλεις και κυρίως στα εργολαβικά εργοτάξια, αφού τέτοιες πολιτικές δεν είχε εκπονήσει.

u Όταν η «μαύρη» και ανασφά λιστη εργασία γιγάντωνε τον τομέα των υπηρεσιών, το Συν δικαλιστικό Κίνημα δεν είχε ως προτεραιότητα την επιβολή και εμπέδωση ασφαλιστικής κουλτού ρας, που αποτελεί έναν από τους καταστατικούς του σκοπούς.

u Όταν εισάγονταν οι θεσμοί της σύγχρονης δουλεμπορίας, δηλαδή οι διάφορες μορφές της ευέλικτης εργασίας, δεν κινητο ποιήθηκε εναντίον της φίλιας κυ βέρνησης, ούτε αξίωσε δυναμικά την ένταξή τους στο Ασφαλιστικό Σύστημα.

Βεβαίως αδυνατούμε να πι στέψουμε ότι οι Συνδικαλιστικές Οργανώσεις έκαναν χρήση των προγραμμάτων stage για τη διεκπεραίωση των καθημερινών διοι κητικών γραφειοκρατικών τους υποθέσεων, όπως διατείνονται πολιτικοί που διετέλεσαν αρμόδι οι υπουργοί. Αλλά η ορθολογική ένταξη των μεταναστών, η αυστη ρή ασφαλιστική κάλυψη της ευέ λικτης εργασίας, ο ασφαλιστικός έλεγχος των διπλοεργαζόμενων και των συνταξιούχων που επα νέρχονται στην αγορά εργασίας, μπορούσαν να δώσουν προοπτική βιωσιμότητας στο σύστημα.

5Κάνοντας αυτές τις σκέψεις για την εξουσιαστική αλ λοτρίωση του Συνδικαλιστικού Κινήματος, τολμούμε να ισχυρι στούμε ότι, αν αυτή η θεσμική εν σωμάτωση στο lobby των «κοινω νικών εταίρων» της υπερταξικής Συναίνεσης συνοδευόταν από την ενεργό εκπροσώπηση του 8090% της μισθωτής εργασίας, από την αποφασιστική συμμετοχή σε όλα τα υποσυστήματα των Εργασια κών Σχέσεων και του Κοινωνικού Κράτους, από τη συνδιαμόρφωση και τον καθοριστικό λόγο σε όλες τις ελεγκτικές και κυρωτικές επι τροπές, από την αυτοδιαχείριση – ή έστω τη συνδιαχείριση – των αποθεματικών των Ταμείων με ελεγχόμενα επενδυτικά σχήματα και Τράπεζες Κοινωνικής Οικονο μίας (όπως συμβαίνει με διάφορες αποκλίσεις σε αρκετές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και της Σκαν διναβίας), τότε αυτή η θεσμική συμπεριφορά θα είχε ένα νόημα. Αλλά το να αποβάλλει ουσιαστι κά τον κινηματικό χαρακτήρα σε μια περίοδο ραγδαίας εργασιακής και κοινωνικής επιδείνωσης ισο δυναμεί με κοινωνικό ακρωτηρι ασμό. Δεν είναι πρόσφορο μέσο στους άγριους καιρούς μας, η επί δειξη θεσμικής «υπευθυνότητας». Στην περίοδο αυτή του πληγωμέ νου – αλλά γι’ αυτό περισσότερο επικίνδυνου – νεοφιλελευθερι σμού, δεν υπάρχουν πολλά περι θώρια για θεσμικές συνλειτουρ γίες. Αλλά όλοι (ανεξαρτήτως δια φορών) και κυρίως οι ηγεσίες των Συνδικάτων, οφείλουν σεβασμό στα κόμματα και το αντίστροφο. Οι ιδεολογικές μάχες πρέπει να δίνονται με επιχειρήματα, με τον σχηματισμό ολοκληρωμένων συλ λογισμών και όχι με προσωπικούς εξοστρακισμούς.

6Προέχει, ως εκ τούτου, η συνειδητοποίηση της δεινής κατάστασης. Και ως απόρροια αυτής της αυτεπίγνωσης, η ριζική αναμόρφωση του Συνδικάτου με εργασιακές και κοινωνικές Ενώσεις νέου τύπου, οι οποίες θα συμπε ριλάβουν όλες τις δυνάμεις τής ενεργού, εν δυνάμει, ανενεργού και απόμαχης εργασίας. Απαιτεί ται ένα ενωτικό καθιδρυτικό Συνέδριο, χωρίς αποκλεισμούς, που θα προσδιορίσει τα χαρα κτηριστικά και τα όρια της νέας Εργατικής Τάξης. Σ’ αυτήν τη δυσκολότερη φάση του Συνδικα λιστικού Κινήματος, από τη μετα πολίτευση μέχρι σήμερα, κατά την οποία δυστυχώς δεν διακυβεύεται η δεδομένη προϊούσα απώλεια δικαιωμάτων, αλλά η ταχύτητα της απορρύθμισης, είναι απαραίτητη η συνεννόηση με την Αριστερά στη βάση της ταξικής θεώρησης των πραγμάτων. Χρειάζεται σεμνότητα και ταπείνωση μπρος στον χειμα ζόμενο κόσμο της εργασίας, που καλείται να πληρώσει την κρίση υπερκερδών του κεφαλαίου και τις αστοχίες της εικονικής οικονομίας.

7Επομένως, η ευθύνη της συνδικαλιστικής ηγεσίας για την κρίση στο ασφαλιστικό είναι μεγάλη και διαχρονική. Είχε στη διάθεσή της εξουσιαστικές προ σβάσεις, πόρους, έρευνες, επιστη μονικό προσωπικό της αρεσκείας της και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ξαφνιάζεται με τη δημοσιονομική τρομοκρατία των ημερών. Όφει λε, αντί να αναδεικνύει πολιτικά στελέχη καριέρας, να προετοι μάζεται για τα επερχόμενα δεινά, να κινητοποιείται, να οργανώνει, να ενημερώνει, να αποτρέπει την επιδείνωση. Γι’ αυτό η νέα ιδεο λογική, οργανωτική, κοινωνική, ταξική νομιμοποίησή της, με την ταυτόχρονη διάλυση της συνδι καλιστικής γραφειοκρατίας, είναι όσο ποτέ άλλοτε αναγκαίος όρος της ύπαρξής της.

Ας ελπίσουμε ότι η συνειδη τοποίηση της απροσχημάτιστης αφαίρεσης των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων από την αποτυχημένη, αλλά ακόμη κυρίαρχη και αποφασιστικότερη, νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή πο λιτική τάξη, θα επαναφέρει την «ανάμνηση του μέλλοντος» και θα οδηγήσει σε μια λυτρωτική εξανάσταση των συνειδήσεων. Κανένας δεν πρέπει να λησμονεί ότι η διατήρηση των κεκτημένων και η διεύρυνσή τους απαιτεί κα θημερινές θυσίες και ανελέητο αγώνα στα «μαρμαρένια αλώνια» της ταξικής πάλης.